Κυριακή 30 Μαΐου 2010

ΕΥΘΥΝΗ ΥΠΟΥΡΓΩΝ

Στους θεσμούς της ασυλίας των Βουλευτών και της ευθύνης των Υπουργών δοκιμάζεται η αξιοπιστία του κοινοβουλευτικού δημοκρατικού πολιτεύματος, αφού εάν αυτοί λειτουργούν σωστά, δημιουργείται στο λαό η πεποίθηση ότι εκείνοι που έχουν εντολή να διαχειρίζονται την τύχη του και την πορεία του προς το μέλλον είναι έντιμοι και ακέραιοι χαρακτήρες και έτσι μπορούν να αξιώνουν ενδεχόμενες θυσίες για το κοινό καλό και συμφέρον. Προβληματισμός ο οποίος κάθε άλλο παρά ανεπίκαιρος θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί. Παρά την τελευταία αναθεώρηση του 2001, η οποία υπήρξε ποσοτικά η πιο μεγαλεπήβολη τροποποίηση μεταπολεμικού Συντάγματος στη Δυτική Ευρώπη, οι ρυθμίσεις του άρθρου 86 του Συντάγματος χαρακτηρίσθηκαν από τα κόμματα του Ελληνικού Κοινοβουλίου ως ατελέσφορες και ξεπερασμένες. Μία τέτοια θέση, ειδικά εάν συγκρίνει κανείς τις αντίστοιχες ρυθμίσεις των λοιπών ευρωπαϊκών κρατών, θα έλεγε κανείς ότι προξενεί αλγεινή εικόνα ως προς την ενότητα της βούλησης του συνταγματικού νομοθέτη σε σχέση με το ζήτημα της θέσης της Δικαιοσύνης στην διάκριση των εξουσιών. Ειδικά όμως ως προς τις διατάξεις για τη διαδικασία κίνησης της ποινικής δίωξης κατά μελών της Κυβερνήσεως ή διατελεσάντων Υπουργών, τα πράγματα δεν φαίνεται να παίρνουν την ίδια τροπή, παρά το γεγονός ότι σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη, όταν οι Υπουργοί δεν υπόκεινται στις ίδιες ακριβώς διατάξεις που ισχύουν για όλους τους πολίτες, όπως στη Μεγάλη Βρετανία, το Βέλγιο ή τη Γερμανία, υπάγονται σε δικαστήρια ειδικής σύνθεσης (Γαλλία), ή στο ανώτατο Δικαστήριο (Ισπανία), που κινούν την ποινική δίωξη και εκδικάζουν την υπόθεση στην ουσία της. Στην Ιταλία, τη δίωξη ασκεί ο αρμόδιος εισαγγελέας, για την παραπομπή όμως του Υπουργού χρειάζεται άδεια της Βουλής ή της Γερουσίας, οι οποίες όμως μπορούν να την αρνηθούν μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις (βλ. Κ. Χρυσόγονου, Συνταγματικές διαστάσεις της ποινικής ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών, Υπερ 1997, σελ. 451 επ., 453, και ιδίως για την καθιέρωση της διαδικασίας του «impeachment» από την Ολομέλεια της Βουλής των Λόρδων, των «Acts of Attainder» και της ατομικής και συλλογικής ευθύνης βλ. Ε. Μπέσιλα-Βήκα, Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών στο ελληνικό και συγκριτικό συνταγματικό δίκαιο, 1985, σελ. 12 επ., και Ph. James, Introduction of English Law, Έκδ. 8η, 1972, 127 επ., και για μία ιστορική επισκόπηση Ν. Σοϊλεντάκη, Υπουργοί στο Ειδικό Δικαστήριο, 2005, 21 επ.). Αντί να βελτιωθεί η ισχύουσα ρύθμιση, οι προτάσεις που διατυπώθηκαν προσέθεσαν ένα ακόμα εμπόδιο στην απόδοση ευθυνών σε Υπουργούς για αξιόποινες πράξεις ή παραλείψεις που διέπραξαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους (Ν. Αλιβιζάτος, Ποινική ευθύνη υπουργών: υπάρχει λύση, σε: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_12/07/2009_321946), με πρωταρχικό σκοπό την αποτροπή από μία «πορεία» προς «πλήρη ποινικοποίηση και εισαγγελοποίηση της πολιτικής και της δημόσιας ζωής της χώρας», αφού κατά γενική ομολογία οι πολιτικοί θα πρέπει να παύσουν να είναι έρμαια στην «τεράστια διακριτική ευχέρεια των εισαγγελικών αρχών» (Βλ. Ευ. Βενιζέλου, Σχέδιο της αναθεώρησης του Συντάγματος. Η γενική εισήγηση της πλειοψηφίας προς την Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή, Αθήνα - Κομοτηνή, Αντ. Σάκκουλας, 2000, 157 επ., και Νίκου Αλιβιζάτου, Ο αβέβαιος εκσυγχρονισμός και η θολή συνταγματική αναθεώρηση, Αθήνα, Πόλις, 2001, σ. 155 επ.). Κάθε απόπειρα προσέγγισης ευθύνης Υπουργού, πρέπει να συνοδεύεται πρωτίστως από την σαφή τοποθέτηση ότι τα μέλη της Κυβέρνησης και οι Υφυπουργοί υπέχουν ποινική, αστική και κοινοβουλευτική ευθύνη για τις πράξεις ή παραλείψεις τους, που τελέσθηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η παραδοχή πρώην Υπουργού στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής, ότι ήταν αποδέκτης χρημάτων από ανώνυμη εταιρεία, υπό τη μορφή μη προβλεπόμενης από το Νόμο χρηματοδότησης, καθιστά σαφή το χαρακτήρα της συγκεκριμένης πράξης ότι ανάγεται εκτός του πλαισίου άσκησης των καθηκόντων του ως Υπουργού, και δεν έχει κατ΄ αντικείμενο και κατά τόπο την εξουσία που θεμελιώνεται σε νόμιμη ανάθεση της αρμοδιότητάς του, ενώ δεν εξαρκεί η ανάθεση αρμοδιότητας στο πλαίσιο της οργάνωσης της εσωτερικής ευρυθμίας -λόγω χρηματοδότησης- ενός κόμματος.
Υπό το εκλογικευμένο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, ως απόρροια της κοινοβουλευτικής αρχής με κύρια χαρακτηριστικά την αρχή της δεδηλωμένης και την εξάρτηση της Κυβέρνησης από τη Βουλή, ο Υπουργός ευθύνεται τόσο μεν για τις πράξεις του ως Υπουργού, όσο και για αυτές που τελεί ως ιδιώτης, και η ευθύνη του μέλους της Κυβέρνησης ως κρατικού οργάνου δεν παύει να υπάρχει όταν χάσει την ιδιότητά του αυτή, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει μέχρις ότου συμπληρωθεί ο προβλεπόμενος χρόνος της παραγραφής της πράξεώς του (βλ. Γεωργόπουλου, Επίτομο συνταγματικό δίκαιο, 1992, σελ. 326). Η ποινική ευθύνη των Υπουργών ρυθμίσθηκε αρχικά με τους Ν. ΧΕ της 11.3.1873 και Ν. ΦΠΣΤ της 22.12.1876 (βασικές διατάξεις του οποίου καταργήθηκαν με το Ν. 3398 της 6-9-1927 που πρόβλεπε ως αρμόδιο δικαστήριο τη γερουσία, ενώ με την κατάλυση του Συντάγματος του 1927 την 10-10-1935 και την επανεισαγωγή του Συντάγματος του 1911, δημιουργήθηκε κενό που ήρθε να καλύψει ο Ν. 1443/1950, που θεώρησε τις διατάξεις των άρθρων 10-61 του Ν. ΦΠΣΤ΄ ως έκτοτε αυτοδίκαια ισχύουσες, βλ. επ΄ αυτών Δημ. Τσάτσο, Συνταγματικό Δίκαιο, 1985, σελ. 379). Οι Νόμοι ΧΕ της 11.3.1873 και ΦΠΣΤ της 22.12.1876 αντικαταστάθηκαν από το Ν.Δ. 802/1971 «περί ευθύνης των μελών της Κυβερνήσεως και των Υφυπουργών», το οποίο αντικαταστάθηκε από το Ν. 2509/1997, ο οποίος τελικώς αντικαταστάθηκε από το Ν. 3126/2003, όπως ισχύει σήμερα. Η πολιτική ευθύνη, σε αντίθεση με την ποινική, αστική και κοινοβουλευτική ευθύνη του Υπουργού, δεν έχει λάβει θεσμοθετημένο χαρακτήρα στην ελληνική εσωτερική έννομη τάξη. Αν κάποιος Υπουργός επιδεικνύει αξιόμεμπτη συμπεριφορά στη δημόσια ή ιδιωτική ζωή του, τότε υφίσταται μόνον η (όχι κανονιστική) προσδοκία της δημόσιας αναγνώρισης της ευθύνης του, και το αυτό ισχύει για τις πράξεις ή παραλείψεις των υπαλλήλων του υπουργείου του σε περίπτωση μη συμμετοχικής δράσης (περιπτώσεις κακοδιοίκησης, maladministration, βλ. για παράδειγμα την παραίτηση του Βρετανού Υπουργού Γεωργίας Sir Thomas Dugdale ύστερα από απόδειξη κακοδιοικήσεως, οφειλομένης σε πράξεις των προϊσταμένων του υπουργείου του, τις οποίες ο ίδιος αγνοούσε, Crichel Down Affair, σε De Smith-Brazier R., Constitutional and administrative Law, 4η έκδ., 1981, σελ. 185). Για την ποινική δίωξη, ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους είναι αποκλειστικά αρμόδια η Βουλή, ενώ αν στο πλαίσιο άλλης ανάκρισης, προανάκρισης, προκαταρκτικής εξέτασης ή διοικητικής εξέτασης προκύψουν στοιχεία, τα οποία σχετίζονται με πρώην ή νυν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργούς, αυτά διαβιβάζονται αμελλητί στη Βουλή από αυτόν που ενεργεί την ανάκριση, προανάκριση ή εξέταση. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι υπάρχει οποιοδήποτε δικονομικό εμπόδιο για την ποινική δίωξη της φερόμενης ως τελεσθείσας αξιόποινης πράξης. Αυτό άλλωστε αντιστοιχεί στη βασική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία η ποινική δίωξη ασκείται in rem και όχι in personam. Για το λόγο αυτό δεν είναι αντισυνταγματική η διάταξη του εδ. α΄ του άρθρου 54 ΚΠΔ, που επιτρέπει την ενέργεια ανάκρισης για τη βεβαίωση του εγκλήματος, προτού χορηγηθεί η άδεια, πλην των πράξεων που θίγουν το πρόσωπο για τη δίωξη του οποίου χρειάζεται η άδεια της Βουλής (Βλ. Αργ. Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, σελ. 321, πλαγιάριθμος 351, και ΑΠ 904/1980, ΠΧρ ΛΑ, 39).
Καθίσταται σαφές ότι ως κάθε άλλη εξέταση (ποινικής ευθύνης Υπουργού), πλην αυτής που έχει ξεκινήσει από τη Βουλή, δεν νοείται παρά αυτή που έχει ξεκινήσει από αυτήν που προβλέπουν τα άρθρα 27 και 43 ΚΠΔ για την άσκηση και την έναρξη της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, ή η προκαταρκτική εξέταση που παραγγέλλει ο Υπουργός Δικαιοσύνης κατά τις διατάξεις του άρθρου 30 ΚΠΔ. Το ότι στο πλαίσιο μίας άλλης εξέτασης προκύπτουν στοιχεία που σχετίζονται με πρώην ή νυν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργούς κρίνεται από αυτόν που διενεργεί την εξέταση, προανάκριση ή ανάκριση. Ο συσχετισμός στοιχείων στο πλαίσιο εξέτασης προς τη συμπεριφορά Υπουργού δεν έχει αναγκαία την έννοια της συναυτουργικής ή συμμετοχικής δράσης, αλλά αρκεί οποιαδήποτε αναφορά, μήνυση ή είδηση ότι διαπράχθηκε αξιόποινη πράξη, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 36 ΚΠΔ (Με την υπ΄ αριθ. 6573/4060/26.6.2003 (ΦΕΚ Α΄ 161) απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής αντικαταστάθηκε το άρ. 83 παρ. 1 του Κανονισμού της Βουλής και οι αιτήσεις των Εισαγγελικών Αρχών για άρση της ασυλίας Βουλευτών σύμφωνα με το άρθρο 61 και 62 του Συντάγματος υποβάλλονται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος μετά από έλεγχο, διά του Υπουργού Δικαιοσύνης, τις υποβάλει στη Βουλή. Για την ταυτότητα του λόγου, μηνύσεις, εγκλήσεις ή άλλα στοιχεία τα οποία έχουν σχέση με αξιόποινες πράξεις Υπουργών πρέπει να υποβάλλονται με την ως άνω διαδικασία που τηρείται για τους Βουλευτές, βλ. Εγκύκλιο ΕισΑΠ 4/24.12.2003, ΠΧρ ΝΔ, 555). Πρόταση άσκησης δίωξης υποβάλλεται από τριάντα τουλάχιστον βουλευτές και η Βουλή συγκροτεί ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης με απόφασή της που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Εάν δεν επιτευχθεί η πλειοψηφία αυτή, η πρόταση απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη. Εάν επιτευχθεί η απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, η Βουλή συγκροτεί ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, η οποία συντάσσει πόρισμα, το οποίο εισάγεται στην Ολομέλεια της Βουλής για να αποφασίσει για την άσκηση ή μη της δίωξης και η απόφαση λαμβάνεται και πάλι με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Σύμφωνα με το άρθρο 145 παρ. 1 του Κανονισμού της Βουλής οι εξεταστικές επιτροπές έχουν όλες τις αρμοδιότητες των ανακριτικών αρχών, καθώς και του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, και ενεργούν κάθε αναγκαία, κατά την κρίση τους, έρευνα για την επίτευξη του σκοπού για τον οποίο συστάθηκαν, ενώ η Βουλή μπορεί με απόφασή της να περιορίσει τις εξουσίες της εξεταστικής επιτροπής. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 147 του Κανονισμού της Βουλής εφαρμόζονται σχετικά με τη λειτουργία και τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της εξέτασης αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Επομένως ο συναυτουργός, ηθικός αυτουργός, άμεσος ή απλός συνεργός στην πράξη που αποδίδεται σε Υπουργό ως ύποπτο ή ο φυσικός ή ηθικός αυτουργός ή ο άμεσος ή απλός συνεργός στην πράξη, για την οποία αποδίδεται σε Υπουργό (ως ύποπτο) η κατηγορία του ηθικού αυτουργού, άμεσου ή απλού συνεργού, όταν καλείται να εξετασθεί από την ως άνω Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή του άρθρου 86 του Συντάγματος, και έχει λάβει την ιδιότητα του υπόπτου στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργείται από τον Εισαγγελέα, έχει δικαίωμα διορισμού συνηγόρου, ανακοίνωσης των εγγράφων, προθεσμίας για την παροχή γραπτών εξηγήσεων, έχει δικαίωμα να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει την παροχή γραπτών εξηγήσεων, να προτείνει μάρτυρες προς εξέταση και να προσαγάγει άλλα αποδεικτικά μέσα προς αντίκρουση των καταγγελομένων σε βάρος του, και τα δικαιώματα αυτά μπορεί να τα ασκήσει είτε αυτοπροσώπως, είτε από συνήγορο που διορίζει, εκτός αν θεωρείται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του, κατά την κρίση της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής (άρ. 31 παρ. 2, 96, 100, 101, 102 ΚΠΔ). Αν πάραυτα γίνει ένορκη εξέτασή του ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, είτε διότι απορρίπτονται τα ανωτέρω αιτήματά του, είτε διότι δεν έχει ακόμα διαταχθεί προκαταρκτική εξέταση εναντίον του, δεν μπορεί η έγγραφη εξέτασή του να αποτελέσει μέρος της μετέπειτα σε βάρος του σχηματιζομένης ποινικής δικογραφίας, αλλά παραμένει στα πρακτικά των συνεδριάσεων της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, ούτε καν διαβιβάζεται στο αρχείο της εισαγγελίας (όπως προβλέπεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠΔ). Ομοίως ισχύει και σχετικά με τις καταθέσεις του υπόπτου που λήφθηκαν κατά το στάδιο της διοικητικής εξέτασης, με το επιχείρημα από το άρθρο 43 παρ. 1γ ΚΠΔ, όπου ορίζεται ότι μπορεί να μην ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, αν έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση (βλ. ΟλΑΠ 1/2004, ΠΧ ΝΕ, 113).
Αναλόγως ισχύουν για την Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή του άρθρου 86 του Συντάγματος και οι διατάξεις των γενικών ορισμών περί την ανάκριση, δηλαδή η μυστικότητα και η έγγραφη διεξαγωγή. Έτσι η Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή του άρθρου 86 του Συντάγματος συνεδριάζει πάντοτε εγγράφως και χωρίς δημοσιότητα (άρ. 241 ΚΠΔ), κατ΄ αντίστοιξη προς την κύρια διαδικασία ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου που διεξάγεται προφορικά και κανόνα δημόσια (άρ. 329, 331 ΚΠΔ). Κατά συνέπεια η ανακοίνωση πρακτικών των συνεδριάσεων της Επιτροπής στη δημοσιότητα είναι απαγορευμένη, και η παραβίαση της αρχής αυτής παράγει ακυρότητα, διότι παρεμποδίζεται η υπεράσπιση του κατηγορουμένου και η άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται και στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (άρ. 171 παρ. 1 ΚΠΔ, βλ. π.χ. τα πρακτικά συνεδριάσεων της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής της 15.12.2008, σελ. 3, όπου αναφέρεται ότι «…στα μέλη της Επιτροπής εδίδοντο εγκαίρως φωτοαντίγραφα των πρακτικών των συνεδριάσεων, καθώς και των εγγράφων του φακέλλου της Επιτροπής. Η Επιτροπή αποφάσισε, επίσης, να χορηγούνται πρακτικά και στους δημοσιογράφους»). Αναλόγως ισχύουν για την Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή του άρθρου 86 του Συντάγματος και οι διατάξεις περί τους λόγους εξαίρεσης που προβλέπει ο Οργανισμός των Δικαστηρίων και ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. Ειδικότερα, δεν μπορεί να ασκήσει έργο «οιονεί ανακριτή» ο βουλευτής – μέλος της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, ο οποίος εξετάσθηκε οποτεδήποτε ως μάρτυρας ή γνωμοδότησε στην ίδια υπόθεση ή προκαλεί υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία του (άρ. 14 και 15 ΚΠΔ). Είναι συνεπώς ανεπίτρεπτη και κατ΄ αυτό το μέτρο καθιστά το μέλος εξαιρετέο η εμφάνισή του με την ιδιότητά του ως μέλους της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές συνεντεύξεις καθώς και η ανακοίνωση απόψεων και θέσεων σε εφημερίδες και άλλα τεχνικά ή ηλεκτρονικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, ιστοσελίδες κλπ. Χαρακτηριστικές είναι οι εμφανίσεις των μελών της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής όλων των κομμάτων σε τηλεοπτικές εκπομπές του Νοεμβρίου 2008, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης της Επιτροπής. Τα πλημμελήματα ή κακουργήματα, που τελούνται από Υπουργό, αποκλειστικά και μόνον κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εκδικάζονται από το Ειδικό Δικαστήριο που προβλέπεται στο άρθρο 86 του Συντάγματος, το οποίο είναι αρμόδιο και για την εκδίκαση των υποθέσεων των συμμετόχων στα πλημμελήματα ή κακουργήματα Υπουργού, εκτός αν η Βουλή απορρίψει ως προδήλως αβάσιμη την πρόταση για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά Υπουργού ή αποφασίσει να μην ασκήσει δίωξη εναντίον του, οπότε διατηρείται η δικαιοδοσία των τακτικών ποινικών δικαστηρίων για τους συμμετόχους. Η απόφαση για την άσκηση ποινικής δίωξης λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών και πρέπει να καθορίζει και να εξειδικεύει την αξιόποινη πράξη και την ποινική διάταξη που την προβλέπει και λειτουργεί ipso jure ως άρση της βουλευτικής ασυλίας, εάν ο Υπουργός έχει και τη βουλευτική ιδιότητα. Με την ίδια διαδικασία μπορεί η Βουλή οποτεδήποτε να ανακαλεί την απόφασή της ή να αναστέλλει τη δίωξη, την προδικασία ή την κύρια διαδικασία. Εάν ο Υπουργός έχει και τη βουλευτική ιδιότητα, δεν ισχύει αντίστοιχα το άρθρο 62 εδ. γ΄ του Συντάγματος, σε περίπτωση που η Βουλή δεν αποφανθεί μέσα σε τρεις μήνες αφότου η αίτηση για δίωξη διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο της Βουλής. Το αξιόποινο των πράξεων των Υπουργών εξαλείφεται με το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, εάν ως τότε η Βουλή δεν έχει αποφασίσει να ασκήσει ποινική δίωξη κατά του Υπουργού. Η άσκηση της ποινικής δίωξης κατά Υπουργού καταλαμβάνει υποχρεωτικά και τους τυχόν συμμετόχους, οι οποίοι κατηγορούνται και δικάζονται μαζί με τον Υπουργό (άρ. 7 παρ. 1 Ν. 3126/2003). Αν προκύψουν και άλλοι συμμέτοχοι κατά τη διενέργεια της κυρίας ανάκρισης, ο ανακριτής είναι υποχρεωμένος να επεκτείνει την δίωξη και κατά αυτών που δεν αναφέρονται στην απόφαση της Βουλής για τη δίωξη. Ενώ η αναστολή της δίωξης, της προδικασίας ή της κύριας διαδικασίας κατά Υπουργού καλύπτει και τους συμμετόχους, δεν ισχύει το ίδιο και για την ανάκληση της δίωξης, για την οποία απαιτείται ρητή απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής με την ίδια πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Αν η Βουλή απορρίψει ως προδήλως αβάσιμη την πρόταση για την άσκηση της ποινικής δίωξης ή αποφασίσει να μην ασκήσει δίωξη, δεν θίγεται ως προς τους συμμετόχους η δικαιοδοσία των τακτικών ποινικών δικαστηρίων, ως προς τους οποίους στην περίπτωση αυτή παύουν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του νόμου για την ευθύνη των Υπουργών.
Η φύση του θεσμού της ποινικής ευθύνης των υπουργών ανάγεται τόσο στο ποινικό όσο και στο δημόσιο δίκαιο, όχι μόνον γιατί ο θεσμός συνολικά εντάσσεται στο Σύνταγμα, αλλά και διότι τα καθήκοντα των Υπουργών διέπονται από κανόνες δικαίου, η παράβαση των οποίων συνάπτεται με τη νομοτεχνική κατάστρωση και κατ΄ επέκταση και την ερμηνεία των αντιστοίχων ποινικών διατάξεων και των όρων των ειδικών τους υποστάσεων. Η απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής για την άσκηση της ποινικής δίωξης έχει το χαρακτήρα γραπτής παραγγελίας κατά το άρθρο 246 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης. Το Δικαστικό Συμβούλιο ορίζει ένα μέλος του ως ανακριτή, ο οποίος λαμβάνει τη δικογραφία, και αναπληρώνεται από άλλο μέλος στο Δικαστικό Συμβούλιο. Μετά το πέρας της κυρίας ανάκρισης, η δικογραφία διαβιβάζεται στον Εισαγγελέα του Δικαστικού Συμβουλίου, ο οποίος είτε την επιστρέφει στον ανακριτή για συμπλήρωση της ανάκρισης, είτε την υποβάλει με πρότασή του στο Δικαστικό Συμβούλιο. Το βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου είναι αμετάκλητο.
Η διαδικασία ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου διεξάγεται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να εκπροσωπηθεί από τρεις το πολύ συνηγόρους, τους οποίους διορίζει με απλή έγγραφη εντολή του, ενώ αν δεν εμφανισθεί ούτε εκπροσωπηθεί, δικάζεται σαν να είναι παρών. Πολιτική αγωγή δεν επιτρέπεται να ασκηθεί στο Ειδικό Δικαστήριο. Η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου είναι αμετάκλητη, και δεν επιτρέπεται αίτηση για ακύρωση της διαδικασίας (άρ. 341 ΚΠΔ) ή της απόφασης (άρ. 430 ΚΠΔ) από τον απόντα κατηγορούμενο, παρά μόνον η επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου για τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 525 επ. ΚΠΔ, και στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παρ. 2, 3 και 4 του άρ. 5 και 1 και 2 του άρ. 6 του Ν. 3126/2003. Ενόψει λοιπόν του άρθρου 2 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. 1705/87, σύμφωνα με το οποίο «κάθε πρόσωπο που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία του επιβλήθηκε ποινή» (παρ. 1), ενώ μπορούν να γίνουν εξαιρέσεις όταν «όταν ο καταδικασθείς κρίθηκε σε πρώτο βαθμό από το ανώτερο δικαστήριο», τίθεται το ερώτημα, constitutione ferenda, εάν εναρμονίζονται με τα ανωτέρω οι διατάξεις του άρ. 86 παρ. 4 του Συντάγματος. Στο πρωτόκολλο της Συνθήκης της Λισαβόνας σχετικά με το άρθρο ΣΤ παρ. 2 της Συνθήκης για την προσχώρηση της Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών επιβεβαιώνεται ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου». Εφόσον η στέρηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να κριθεί σε δεύτερο βαθμό λειτουργεί σε βάρος του κατηγορουμένου, έστω και εάν αυτός έχει δικασθεί από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, επιλεγμένους με κλήρωση, δεν μπορεί να υπερισχύσει κανενός είδους εξαίρεση ως προς το δικαίωμα της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία του επιβλήθηκε ποινή. Η ιεραρχία των πηγών του δικαίου κατ΄ αρχήν τουλάχιστον επιτάσσει να ερμηνεύεται ο κοινός νόμος σύμφωνα με το Σύνταγμα και όχι αντιστρόφως (Π. Παυλόπουλου, Δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων ή δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας του Συντάγματος, ΝοΒ 1988, σελ. 13 επ., αντίθ. Κ. Χρυσόγονου, ό.π., Υπερ 1997, σελ. 451 επ., 463, και Ν. Καλογήρου, Η ποινική και η αστική ευθύνη των μελών της κυβέρνησης και η αστική ευθύνη του Δημοσίου στην Ελλάδα, 1993, 77).
Οι αξιόποινες πράξεις των Υπουργών παραγράφονται με τη συμπλήρωση πέντε (5) ετών από την ημέρα που τελέσθηκαν, και η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται (α) όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος, κατά τη διάρκεια της οποίας τελέστηκε η πράξη, (β) όσο διαρκεί η κύρια διαδικασία και (γ) όσο ισχύει η απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής για την αναστολή της δίωξης, της προδικασίας ή της κύριας διαδικασίας, ενώ σε κάθε περίπτωση η παραγραφή επέρχεται με τη συμπλήρωση δέκα (10) ετών από την τέλεση της πράξης. Το ερώτημα που προηγείται του πώς υπολογίζεται ο χρόνος της παραγραφής και της αναστολής της παραγραφής, συνίσταται στο ποίος κρίνει επ΄ αυτού. Από τις διατάξεις των άρθρων 310, 370 εδ. β' και 511 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας. Παραγραφή είναι ο νομικός θεσμός που συνίσταται στην εξάλειψη, ύστερα από την παρέλευση ορισμένου χρόνου, της αξίωσης της Πολιτείας να κριθεί ο δράστης ορισμένου εγκλήματος δικαστικά, να κηρυχθεί ένοχος και να υποβληθεί στην ποινή που προβλέπει ο νόμος. Αναφέρεται επομένως σε όλα τα σημεία της ποινικής αξίωσης της Πολιτείας και τα εξαλείφει, δηλαδή τόσο στην αξίωσή της για ποινική δίωξη του εγκλήματος (δηλαδή για υποβολή του δράστη σε δικαστική κρίση και για δικαστική βεβαίωση της ενοχής του), όσο και στην αξίωσή της για υποβολή του δράστη στη νόμιμη ποινή, στην οποία έχει καταδικασθεί. Η παραγραφή εγκλημάτων αφορά βαθύτερα αυτό το ίδιο το έγκλημα και γι΄ αυτό ανατρέπει την απειλή ποινής, δηλαδή το τιμωρητό της πράξης, και ως τέτοια συνιστά λόγο εξάλειψης του αξιοποίνου. Ιδιαίτερη δικαιολογητική βάση συνιστά η αντίληψη ότι μετά την παρέλευση ορισμένου χρόνου από την τέλεση της πράξης τόσο η προσωπικότητα του δράστη έχει ουσιαστικά μεταβληθεί, όσο και η κοινωνική αντίδραση κατά του εγκλήματος έχει σημαντικά εξασθενήσει, ώστε η ποινική δίωξη και η έκτιση της ποινής να εμφανίζονται πια ως περιττές (βλ. Γ. Α. Μαγκάκη, Ποινικό Δίκαιο, Διάγραμμα Γενικού Μέρους, 1984, σελ. 363 και 365). Εάν λοιπόν ο θεσμός της παραγραφής αναφέρεται στα δύο βασικά σημεία της ποινικής αξίωσης της Πολιτείας και τα εξαλείφει, δηλαδή στην αξίωσή της για ποινική δίωξη του εγκλήματος και για υποβολή του δράστη στη νόμιμη ποινή, τότε για το εάν θα εκδηλώσει η Πολιτεία την αξίωσή της για δίωξη Υπουργού θα κριθεί μόνον εάν δοθεί η άδεια που προβλέπει το άρθρο 86 του Συντάγματος, δηλαδή από τη Βουλή. Άλλο ζήτημα είναι βέβαια, εάν οι ουσιαστικοί λόγοι που συνιστούν τη δικαιολογητική βάση της παραγραφής υφίστανται και για τους Υπουργούς, αφού τόσο η προσωπικότητα αυτού ως πολιτικού προσώπου όσο και η κοινωνική αντίδραση που εγείρει η υποψία τέλεσης αξιόποινης πράξης δεν μεταβάλλονται όσο ευρίσκεται στο «προσκήνιο» της ενεργούς πολιτικής.
Υπό το παλαιότερο νομοθετικό καθεστώς, η ύπαρξη εν γένει αναστολής της παραγραφής δεν ήταν καθόλου αυτονόητη στο πλαίσιο της ειδικής ρύθμισης του Νόμου περί ευθύνης Υπουργών (Ν. Ανδρουλάκη, Γύρω από την ποινική ευθύνη των υπουργών, Παραγραφή-Συμμέτοχοι, 1989, σελ. 22, Α. Κατσαντώνη, Ποινικόν Δίκαιον, Γεν. Μέρος, τ. Β΄, 1978, σελ.177, Ι. Μανωλεδάκη, Γενική Θεωρία του Ποινικού Δικαίου, σελ. 251), δεδομένου ότι οι ρυθμίσεις του Γενικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζονται και σε αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται από ειδικούς νόμους, αν οι νόμοι αυτοί δεν ορίζουν διαφορετικά με ρητή διάταξή τους (άρ. 12 ΠΚ). Υπό την ισχύ του άρθρου 7 του παλαιότερου ν.δ. 802/1971 διατυπώθηκε το ερώτημα «ενόψει της σιωπής του νόμου» (Ν. Ανδρουλάκη, ό.π., σελ. 41), εάν η διατύπωσή του εκφράζει ή όχι ρητό αποκλεισμό της αναστολής του άρθρου 113 παρ. 1 ΠΚ. Με το Ν. 3126/2003 ο νομοθέτης επέλεξε να ρυθμίσει ρητά και συνδυαστικά το ζήτημα της παραγραφής και της αναστολής της• ρητά, διότι δεν ανάγεται πλέον στη ρύθμιση του άρθρου 113 παρ. 1 ΠΚ, αφού με το άρ. 12 ΠΚ υπερισχύει η ειδική διάταξη του άρ. 3 Ν. 3126/2003• και συνδυαστικά, καθόσον ο χρόνος της παραγραφής λογίζεται κατά το νομοθέτη τόσο ημερολογιακά, όσο και πολιτικά. Αφενός μεν η επέκταση της προθεσμίας της παραγραφής στο πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης επιβάλλεται από την ορθή αντίληψη, ότι για να εξασφαλισθεί η δίωξη, ενδείκνυται να καταστούν όχι αναγκαίοι, αλλά διαθέσιμοι και οι νέοι πολιτικοί σχηματισμοί της επόμενης Βουλής, και ότι πρέπει να κινηθεί η διαδικασία υποβολής της αίτησης για δίωξη σχετικά γρήγορα από την τέλεση της πράξης, ώστε να μην γεννώνται προϋποθέσεις ομηρίας Υπουργού. Μπορεί λοιπόν η πράξη να παραγράφεται –υπό προϋποθέσεις- με τη συμπλήρωση πέντε ετών (άρ. 3 παρ. 1 εδ. α΄ Ν. 3126/2003), και, σε κάθε περίπτωση, με τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ημέρα που τελέσθηκε (άρ. 3 παρ. 1 εδ. γ΄ Ν. 3126/2003), το αξιόποινο όμως μπορεί να εξαλειφθεί και σε άλλο χρονικό σημείο, και δη στην περίπτωση που δεν αποφασίσει η Βουλή να ασκήσει δίωξη κατά του Υπουργού το αργότερο μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης (άρ. 3 παρ. 2 Ν. 3126/2003). Και φυσικά δεν πρόκειται περί αποσβεστικής προθεσμίας! Είναι σαφές ότι ο θεσμός της ειδικής ποινικής ευθύνης και διαδικασίας δεν έχει εισαχθεί μόνον υπέρ και για τη διασφάλιση των Υπουργών, αλλά και κατά των Υπουργών και για τη διασφάλιση ότι θα πραγματωθεί τελικά η ποινική αξίωση της Πολιτείας. Η αρχή της νομιμότητας παραμένει ακλόνητη με την έννοια ότι η δίωξη των υπουργικών εγκλημάτων αποτελεί, παρά την ελεύθερη συνείδηση των βουλευτών (άρ. 60 παρ. 1 Σ.) καθήκον τους, που καμία προθεσμία δεν μπορεί να το καταργήσει, ούτε άλλωστε εξαιρούνται οι βουλευτές από τους όρους της διάταξης του άρ. 231 ΠΚ περί υπόθαλψης εγκληματία (βλ. εν προκειμένω τις αναπτύξεις του Ν. Ανδρουλάκη, ό.π., σελ. 45 επ., ιδία 52, 53). Αρχίζει να «τρέχει» η προθεσμία της παραγραφής των πέντε ετών από την τέλεση της πράξης και στην τρέχουσα βουλευτική περίοδο είναι δυνατόν να εκδοθεί απόφαση για άσκηση ή μη της δίωξης, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν αναστέλλεται η προθεσμία της παραγραφής, ουδεμία υφίσταται ανάσχεση της ροής της (περ. α΄ του εδ. β΄ της παρ. 1 του άρ. 3 Ν. 3126/2003). Αυτή η ανάσχεση επέρχεται με την κοινοποίηση στον κατηγορούμενο Υπουργό της πράξης του Προέδρου του Ειδικού Δικαστηρίου για ορισμό δικασίμου και «όσο διαρκεί η κύρια διαδικασία» (περ. β΄του εδ. β΄ της παρ. 1 του άρ. 3 Ν. 3126/2003). Αν όμως στην τρέχουσα (ενν. του χρόνου τέλεσης της πράξης) βουλευτική περίοδο δεν εκδοθεί απόφαση για άσκηση ή μη της δίωξης, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος (περ. α΄ του εδ. β΄ της παρ. 1 του άρ. 3 Ν. 3126/2003), και εδώ καθίστανται διαθέσιμοι οι νέοι πολιτικοί σχηματισμοί της επόμενης Βουλής, οι οποίοι πρέπει μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της νέας αυτής βουλευτικής περιόδου να έχουν αποφασίσει να ασκήσουν ποινική δίωξη κατά του Υπουργού (Βλ. και Ν. Αλιβιζάτου, Νέος νόμος περί ευθύνης υπουργών (ν. 3126/2003), ζητήματα παραγραφής. Απαράδεκτη η αυτοτελής δίωξη συμμετόχων για πράξεις τελεσθείσες προτού ο νόμος αυτός τεθεί σε ισχύ (19.3.2003), ΠΧρ ΝΕ (2005), 862 επ.)
Μπορεί κανείς να πει πλέον ότι η ρύθμιση των κυριοτέρων ως άνω ζητημάτων έχει αφήσει αυχμηρό τον πυρήνα του προβληματισμού ως προς την εξάρτηση της δίωξης των Υπουργών από τη Βουλή. Ο πυρήνας του προβληματισμού περί την ευθύνη των Υπουργών διαπνέεται από δύο διαμετρικά αντίθετες κατευθυντήριες σκέψεις: από τη σκέψη της θέσης ορίων στην ευθύνη του φορέα και από τη σκέψη ιδιαίτερα αυστηρών συνεπειών για την παράνομη συμπεριφορά του (βλ. Δημ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, 1985, σελ. 378). Οι αντιλήψεις για τις ιδιαίτερα αυστηρές συνέπειες που επιβάλλονται λόγω της παράνομης συμπεριφοράς Υπουργού στερούνται της πληρότητας του δικαιοκρατικού θεμέλιου και δίνουν έναυσμα για την υποστήριξη της θέσης περί παραβίασης της αρχής της ισότιμης μεταχείρισης των πολιτών έναντι του Νόμου. Η σκέψη της θέσης ορίων στην ευθύνη του φορέα είναι από την άλλη πλευρά δικαιοπολιτικά θεμελιωμένη έναντι του εύρους της ευθύνης που μπορεί να λάβει η συμπεριφορά του Υπουργού ιδιαίτερα στο χώρο της παράλειψης, και λόγω της ιδιότητας του Υπουργού ως υπαλλήλου, υπό την έννοια του άρθρου 13 ΠΚ (όπως ορίζεται στην παρ. 3 του άρ. 2 του Ν. 3126/203). Είναι γνωστή άλλωστε η «υπόθεση του μολυσμένου αίματος στη Γαλλία», στην οποία τα θύματα του Aids από μετάγγιση μολυσμένου αίματος κατά τη διάρκεια της περιόδου του Νοεμβρίου 1984 έως τον Ιούλιο του 1985 επέρριψαν πολιτικές και ποινικές ευθύνες στον Πρωθυπουργό (L. Fabius) και τους Υπουργούς Υγείας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, διότι αρνήθηκαν να δώσουν άδεια για την αγορά συστήματος εντοπισμού του ιού του Aids από τις Η.Π.Α. και καθυστέρησαν έτσι επί οκτώ μήνες την εφαρμογή του ειδικού διαγνωστικού ελέγχου του αίματος που διέθεταν οι κρατικές τράπεζες πλάσματος. Χρειάσθηκαν αρκετά έτη μέχρι που κατέληξε η Ανακριτική Επιτροπή του Δικαστηρίου Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας (Cour de Justice de la République) την 17 Ιουλίου 1998 στην παραπομπή του Πρωθυπουργού και των δύο Υπουργών σε αυτό, το οποίο τελικώς την 9 Μαρτίου 1999 κήρυξε αθώους τον Πρωθυπουργό και την Υπουργό Κοινωνικών Ασφαλίσεων και έκρινε ένοχο το Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας για πρόκληση σωματικών βλαβών από αμέλεια. Ειδικά το Δικαστήριο αναγνώρισε την ποινική ευθύνη του για δύο κρούσματα μόλυνσης από μετάγγιση, θεωρώντας ότι ο «ο κατηγορούμενος δεν έδειξε την απαραίτητη επιφυλακτικότητα και προβλεπτικότητα στη διαχείριση του προβλήματος, ενεργώντας έτσι με αμέλεια, συνέπεια της οποίας υπήρξε η μόλυνση των θυμάτων από τον ιό HIV». (Για τις πολιτικές και νομικές διαστάσεις της απόφασης βλ. Θ. Παπαθεοδώρου, Η δίκη των εμπλεκομένων πολιτικών προσώπων στην υπόθεση του μολυσμένου αίματος στη Γαλλία και ο προβληματικός προσδιορισμός της ποινικής ευθύνης των κυβερνώντων, ΠοινΔικ 1999, 279 επ.).
Η αναφορά στο σκοπό της εξαιρετικής ποινικής ευθύνης Υπουργού, σε σχέση με τους υπόλοιπους πολίτες, εξαντλείται με την επίκληση της ανάγκης ειδικής μεταχείρισής του και ειδικής του προστασίας λόγω των πολιτικών-κυβερνητικών του καθηκόντων. Η ευθύνη του όμως αποτελεί το αντίτιμο που καταβάλει ως φορέας του πολιτικά αρμόδιου οργάνου της εκτελεστικής εξουσίας και το θεσμικό αντίβαρο για την ανάληψη και την άσκηση της πολιτικής-κυβερνητικής εξουσίας, ως πολιτειολογικό νόημά της (Α. Λοβέρδου, Η ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών στο Κοινοβουλευτικό Πολίτευμα, 1995, με πρόλογο Ι. Μανωλεδάκη, σελ. 35). Ως θεσμική αφετηρία της ανάθεσης της αποκλειστικής αρμοδιότητας για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά Υπουργού στη Βουλή και της αφαίρεσης της σχετικής ύλης από τη δικαιοδοσία της τακτικής ποινικής δικαιοσύνης, αναφέρονται η διασφάλιση της αυτονομίας του Κοινοβουλίου και των αρμοδιοτήτων του και ο συμφυρμός πολιτικών και ποινικών στοιχείων στο ίδιο το γενετικό υλικό του θεσμού (βλ. Ι. Αραβαντινού, Πραγματεία περί της ευθύνης των ηγεμόνων και των υπουργών, 1880, σελ. 10 επ.). Στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα η διατήρηση αυτής της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Βουλής που αποκλίνει από την αρχή της διάκρισης των εξουσιών έχει υποστηριχθεί ως κατ΄ ουσίαν εκδήλωση δυσπιστίας απέναντι στην πολιτική αμεροληψία της δικαστικής εξουσίας. τσι ο Ευ. Βενιζέλος, Η ποινική ευθύνη των υπουργών στο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στα αρχαϊκά και στα εξελιγμένα χαρακτηριστικά ενός κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, σελ. 37, σε: Ι. Μανωλεδάκης/ Ευ. Βενιζέλος, Η ποινική ευθύνη των Υπουργών, Αθήνα, 1987. Το γεγονός όμως ότι ο πολιτικός κόσμος έχει ανάγκη τα εχέγγυα πολιτικής ουδετερότητας που συνοδεύουν το πρόσωπο του δικαστή στην κρίσιμη μεταβατική περίοδο πριν και μετά τις εκλογές για την ανάδειξη νέας Βουλής (εκλογική-υπηρεσιακή κυβέρνηση ως ultimum refugium σε περίπτωση κυβερνητικού αδιεξόδου και με δεδομένη τη διάλυση της Βουλής ενόψει εκλογών), όπως αυτό ενσωματώνεται στο άρ. 37 παρ. 3 εδ. γ΄ του Συντάγματος, καταδεικνύει μία εκδήλωση πίστης εκ μέρους του συνταγματικού νομοθέτη απέναντι στην πολιτική αμεροληψία της δικαστικής εξουσίας (βλ. τις παρατηρήσεις Γ. Αναστασιάδη, Οι τρεις εφαρμογές του άρθρου 37 του Συντάγματος, Θεσσαλονίκη 1990, σελ. 93). Γι΄ αυτό εξακολουθεί να ισχύει το συνταγματικό φαινόμενο υπό συνθήκες αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας σε συνάρτηση με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών ως δέσμη δικαιωμάτων και εγγυήσεων, ως πλαίσιο δικαιοπαραγωγικής διαδικασίας, ως κανόνα κατανομής αρμοδιότητας σε σχέση με τη θέσπιση και την ισότιμη εφαρμογή του δικαίου, ως βάση και συγχρόνως ως κορυφή της έννομης τάξης, ως επιστημολογικό παράδειγμα, ως το προνομιακό πεδίο στο οποίο συναντιώνται και συνυπάρχουν ο νομοθέτης, ο θεωρητικός του δικαίου και ο δικαστής (έτσι ο Ευ. Βενιζέλος, «Ανοικτή προσέγγιση» και σημασία του συνταγματικού φαινομένου, σε Τιμητικό Τομο για τον Ι. Μανωλεδάκη, 2007, Τ. ΙΙΙ, σελ. 12). Η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας των πολιτών απέναντι στο Νόμο δεν επιτρέπει όμως τέτοιου είδους εξαιρέσεις από την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, ενώ όσο βάσιμα και εάν προβάλλεται η όποια δυσπιστία απέναντι στην αμεροληψία της δικαστικής εξουσίας, δεν μπορεί αυτή να συνιστά το δικαιολογητικό λόγο που οδηγεί το συντακτικό νομοθέτη στη θέσπιση της εξαιρετικής ποινικής ευθύνης Υπουργού. Η αναγκαιότητα πολιτικοποίησης της διαδικασίας κίνησης της δίωξης και περαιτέρω καταλογισμού ποινικών ευθυνών κατά Υπουργού, με την παρεμβολή πολιτικού οργάνου στο στάδιο της έναρξής της, μπορεί να έχει κάποια (αμιγώς πολιτικά θεωρημένη) ορθολογικότητα, δεν μπορεί όμως να υπερκεράσει την αρχή του κράτους δικαίου και την αρχή της νομιμότητας. Ασφαλιστική δικλείδα της αρχής της νομιμότητας, με την έννοια της υποχρεωτικότητας της κίνησης της ποινικής δίωξης, η οποία αφορά ισότιμα σε όλους τους πολίτες, είναι η προκαταρκτική εξέταση, από την οποία προκύπτει θετικά ότι υπάρχουν όντως ενδείξεις επαρκείς για την κίνηση της ποινικής δίωξης, και έτσι περιορίζονται οι περιπτώσεις μίας πρόχειρης και αβάσιμης επιβάρυνσης κάποιου με την ιδιότητα του κατηγορουμένου.

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2008

ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Ι- LES PARTIES
THE PARTIES
ΤΑ ΜΕΡΗ

Α. LE REQUÉRANT/LA REQUÉRANTE
THE APPLICANT
O ΠΡΟΣΦΕΥΓΩΝ/Η ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΥΣΑ

(Renseignements à fournir concemant le/la requérant(e) et son /sa représentant(e) eventuel(le))
(Fill in the following details of the applicant and the representative, if any)
(Πληροφορίες που αφορούν τον προσφεύγοντα / την προσφεύγουσα και, εάν υπάρχει, τον/την εκπρόσωπό του/της)

1. Nom de famille Τσαλικίδης 2. Prénom (s) Παναγιώτης
Surname First name (s)
Επώνυμο Βαφτιστικό όνομα/ονόματα

Sexe: masculine/feminine
Sex: male/female
Φύλο: αρσενικό/θηλυκό

3. Nationalité Ελληνική 4. Profession Επιχειρηματίας
Nationality Occupation
Εθνικότητα Επάγγελμα

5. Date et lieu de naissance
Date and place of birth
Ημερομηνία και τόπος γεννήσεως

6. Domicile
Permanent adress
Μόνιμη διεύθυνση

7. Tel. No
Αριθμός τηλεφώνου

8. Adresse actuelle (si différente de 6.)
Present adress (if different from 6.)
Παρύσα διεύθυνση (εάν είναι άλλη από την αναφερόμενη υπό 6)

9. Nom et prénom du/de la représentant(e)* Θεμιστοκλής Ι. Σοφός
Name of representative*
Όνομα εκπροσώπου

10. Profession du/de la représentant(e) Δικηγόρος
Occupation of representative
Επάγγελμα εκπροσώπου

11. Adresse du/de la représentant(e)
Address of representative
Διεύθυνση εκπροσώπου

B. LA HAUTE PARTIE CONTRACTANTE
THE HIGH CONTRACTING PARTY
ΤΟ ΥΨΗΛΟ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟ ΚΡΑΤΟΣ
(Indiquer ci-après le nom de l’Etat/des Etats contre le(s)quell(s) la requête est dirigée)
(Fill in the name of the State(s) against which the application is directed)
(Σημειώστε το όνομα του Κράτους (ή των Κρατών) εναντίον του οποίου στρέφεται η προσφυγή)


13. Ελληνική Δημοκρατία

II - EXPOSÉ DES FAITS
STATEMENT OF THE FACTS
EKΘΕΣΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΩΝ

(Voir chapitre II de la note explicative)
(See Part II of the Explanatory Note)
(Βλ. κεφάλαιο ΙΙ του επεξηγηματικού δελτίου)


14. Με την υπό στοιχεία ΑΒΜ Δ06/498 από 9-2-2006 μηνυτήρια αναφορά μου ενώπιον του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά παντός υπευθύνου προσώπου, παρέθεσα τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Ο αδελφός μου Κωνσταντίνος Τσαλικίδης του Γεωργίου, γεννηθείς την 23 Ιουλίου 1966, σπούδασε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και στο King’s College του Λονδίνου Μεγάλης Βρετανίας με ειδικότητα στις τηλεπικοινωνίες, και προσελήφθη το Δεκέμβριο του έτους 1995 από την εταιρία ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, στην οποία παρέμεινε εργαζόμενος μέχρι το θάνατό του την 9 Μαρτίου 2005. Από το Νοέμβριο του έτους 1999 έως και το Μάιο του έτους 2001 είχε την ευθύνη του τεχνολογικού σχεδιασμού δικτύου και από το Μάιο του 2001 έως το θάνατό του είχε τη θέση του σχεδιαστή δικτύου και διευθυντή τεχνολογίας, έχων την ευθύνη για τον καθολικό σχεδιασμό των δραστηριοτήτων για το δίκτυο GSM, GPRS και UMTS της VODAFONE-ΠΑΝΑΦΟΝ, την ευθύνη για όλα τα τεχνολογικά ζητήματα του δικτύου. Συνδεόταν μέχρι το θάνατό του επί οκτώ έτη με την κ. Σάρρα Γαλανοπούλου, καθηγήτρια πιάνου. Η σχέση του αδελφού μου τόσο με την οικογένειά του, την κοπέλα του και τους φίλους του ήταν περισσότερο από ομαλή, ενώ η ψυχολογική και φυσική του κατάσταση άριστη. Δεν είχε εξωτερικεύσει ποτέ την παραμικρή υποψία ότι αντιμετωπίζει οποιοδήποτε ψυχολογικό πρόβλημα, με εξαίρεση τον τελευταίο καιρό πριν το θάνατό του, οπότε εκδήλωσε κάποια στοιχεία έντονης ανησυχίας, όπως εκθέτω κατωτέρω. Ο αδελφός μου κατοικούσε σε ένα δυάρι διαμέρισμα στο δεύτερο όροφο πολυκατοικίας ευρισκομένης στον Κολωνό Αττικής, το οποίο διαμέρισμα είναι δίπλα από το διαμέρισμα των γονέων μας στον ίδιο όροφο επί της ιδίας πολυκατοικίας. Συνήθιζε δε κάθε πρωί, φεύγοντας για τη δουλειά του να περνά από τους γονείς μας για μία καλημέρα και μετά να αναχωρεί για την εργασία του. Ο αδελφός μου Κώστας βρέθηκε την 9 Μαρτίου 2005 από την μητέρα μου Γεωργία Τσαλικίδη περί ώρα 07:30 π.μ. απαγχονισμένος έξωθεν του λουτρού, με σκοινί, το οποίο ήταν δεμένο σε ένα σίδερο ευρισκόμενο άνωθεν του λουτρού στο πατάρι, χωρίς να πατάει στο πάτωμα με τα πόδια του. Τελούσα σε κατάσταση ισχυρού νευρικού κλονισμού με κάλεσε και μετέβηκα στην πολυκατοικία, όπου αντίκρυσα το φρικτό θέαμα του απαγχονισμένου αδελφού μου. Αμέσως πήρα ένα μαχαίρι, έκοψα το σχοινί και μετέφερα το άψυχο σώμα του στο κρεβάτι. Καλέσαμε κατόπιν την αστυνομία και τις λοιπές αρμόδιες αρχές, οι οποίες επιλήφθηκαν των σχετικών ενεργειών. Κάλεσα και την αρραβωνιαστικιά του Σάρρα, η οποία επίσης υπέστη ισχυρό νευρικό κλονισμό μόλις πληροφορήθηκε τι είχε συμβεί. Ο αδελφός μου συνομίλησε με τη Σάρρα την προηγουμένη ημέρα, 8 Μαρτίου 2005, ημέρα Τρίτη το βράδυ γύρω στις 21:30 μ.μ., όταν βγήκε από τη δουλειά, της είπε ότι ήταν κουρασμένος και ότι δεν θα περνούσε από το σπίτι της, και για τελευταία φορά συνομίλησαν περί την 23:00 με 23:15 μ.μ., για ένα τέταρτο περίπου, όπου της ανέφερε τον υψηλό πυρετό της μητέρας του που τον ανησυχούσε και ότι έπρεπε να κάνει εξετάσεις. Σύμφωνα με την μαρτυρία της αρραβωνιαστικιάς του αδελφού μου, τίποτε δεν έδειχνε ότι επρόκειτο για ένα αποχαιρετιστήριο τηλεφώνημα. Άλλωστε, ένας άνθρωπος που ανησυχεί για την υγεία της μητέρας του δεν θα δεχόταν να τον βρεί το επόμενο πρωί σε αυτήν την κατάσταση. Όταν έφθασε, δεν τόλμησε καν να τον δει και δεν τόλμησε καν να μπει στο σπίτι του. Δώσαμε καταθέσεις στο Αστυνομικό Τμήμα του Κολωνού, συνετάχθη ταχέως ιατροδικαστική έκθεση από τον κ. Γεώργιο Ντιλέρνια, ο οποίος, βεβαίως, χωρίς να επισκεφθεί την οικία, προκειμένου να διενεργήσει την απαιτουμένη αυτοψία στο νεκρό και τις επιμέρους συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες αυτός ευρέθη απαγχονισμένος, δίχως καν να γνωρίζει πώς ήταν τοποθετημένη η κεφαλή αποφαίνεται περί «απαγχονισμού διά βρόγχου». «Όλα» για τις αρμόδιες Αρχές «έδειχναν» αυτοκτονία. Ουδείς όμως εξ ημών, βουβών και κλονισμένων από το φρικτό κτύπημα της μοίρας στην οικογένειά μας, ήταν σε θέση να πιστέψει φυσικά ότι ο Κώστας μας είχε αποφασίσει να δώσει τέλος στη ζωή του, αφού δεν υπήρχε η παραμικρή ένδειξη ποτέ ότι θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Η ομαλότητα της προσωπικής, κοινωνικής και επαγγελματικής του πορείας, η κοινωνικότητά του και οι άριστες κοινωνικές σχέσεις και συναναστροφές του, η αγάπη του προς τους γονείς μας και ο μεγάλος του έρωτας προς την αρραβωνιαστικιά του Σάρρα, οι άριστες σχέσεις του με τους φίλους και παλιούς συμφοιτητές του, και το μόνιμο χαμόγελο στο πρόσωπό του, αποτελούσαν και αποτελούν τους πρώτους και βασικούς λόγους για να είναι σε θέση να διατυπώσει κανείς με βεβαιότητα και χωρίς καμία αναστολή ή περίσκεψη τη θέση, ότι ο Κώστας δεν αυτοκτόνησε κατόπιν δικής του απόφασης. Γι΄ αυτό, τόσον εγώ όσο και οι γονείς μου και η αρραβωνιαστικιά του αδελφού μου, Σάρρα Γαλανοπούλου, επιδοθήκαμε έκτοτε για πολλούς μήνες σε έναν μεγάλο αγώνα αποκάλυψης της αλήθειας για το χαμό του Κώστα, προστρέχοντας συνεχώς σε φίλους και γνωστούς, προερχομένους τόσο από το προσωπικό όσο και το επαγγελματικό του περιβάλλον, υποβάλλοντας σε αυτούς κάθε δυνατό ερώτημα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία ικανή εξήγηση για το φρικτό θέαμα που αντικρύσαμε εκείνο το πρωινό της 9 Μαρτίου 2005. Αναμέναμε δε την εξέλιξη της δικογραφίας που είχε σχηματισθεί στο Αστυνομικό Τμήμα του Κολωνού, η οποία χρεώθηκε τελικώς στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών την 2 Ιανουαρίου 2006. Έχοντες πλήρη εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη αναμέναμε μέχρι τότε να πληροφορηθούμε κάτι περισσότερο σχετικά με αυτό που συνέβη στον Κώστα. Μέχρι που την 2 Φεβρουαρίου 2006, ημέρα Πέμπτη, έκπληκτοι πληροφορηθήκαμε από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, ότι η Ελληνική Κυβέρνηση ανακοίνωσε σε εθνικό δίκτυο ότι – κατ΄ εκτίμηση – από τον μήνα Ιούνιο του έτους 2004, δύο μήνες προ της ενάρξεως των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, παρακολουθούνταν τα τηλέφωνα του μισού υπουργικού συμβουλίου, και ακόμη αυτού του ιδίου του πρωθυπουργού και ότι μέσον του εγκλήματος ήταν το δίκτυο της VODAFONE. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η επίσημη εκδοχή της αποκάλυψης ύπαρξης στο λογισμικό της VODAFONE παρανόμως εγκατεστημένου προγράμματος παρακολούθησης τηλεφώνων, προέκυψε κατόπιν ελέγχου για την αντιμετώπιση παραπόνων συνδρομητών, που σχετίζονταν με τη βραδεία διεκπεραίωση γραπτών μηνυμάτων, ο οποίος έλεγχος διενεργήθηκε και από τεχνικούς της κατασκευάστριας εταιρίας ERICSSON. Όπως πληροφορήθηκαν άπαντες οι έλληνες ακροατές των μέσων μαζικής ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων και εμείς, στο λογισμικό των συνακροάσεων είχε ενεργοποιηθεί λογισμικό υποκλοπής τηλεφωνικών συνομιλιών με ειδικά εγκατεστημένο πρόγραμμα, στον κώδικα του οποίου είχε εισαχθεί ένας κατάλογος εντολών παρακολούθησης 100 αριθμών και η εντολή για την εκτροπή των κλήσεων όσων παρακολουθούνταν προς 14 καρτοκινητά τηλέφωνα, τα οποία ήταν συνδεδεμένα έτσι ώστε να αποθηκεύεται το περιεχόμενο της συνομιλίας σε σκληρό δίσκο ηλεκτρονικών υπολογιστών. Την 7 Μαρτίου 2005 διαπιστώθηκαν επισήμως οι υποκλοπές των τηλεφωνικών συνομιλιών και το παρανόμως εγκατεστημένο λογισμικό παρακολούθησης, αφού αντεγράφη σε μαγνητικό αρχείο (κατά τους ισχυρισμούς της εταιρίας VODAFONE) διεγράφη από το λογισμικό των συνακροάσεων, με αποτέλεσμα να είναι δυσχερής η αποκάλυψη των ιχνών των δραστών, ενώ την 10 Μαρτίου 2005 ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας VODAFONE κ. Γεώργιος Κορωνιάς ενημερώνει τον κ. Πρωθυπουργό παρουσία των κ. Υπουργών Δημοσίας Τάξεως και Δικαιοσύνης. Όλα τα ανωτέρω περιστατικά αναφέρθηκαν και ανακοινώθηκαν χωρίς την παραμικρή απόπειρα συσχετισμού τους με την φερόμενη αυτοκτονία του αδελφού μου Κώστα Τσαλικίδη, ο οποίος, όπως προανέφερα, από το Μάιο του 2001 έως το θάνατό του είχε τη θέση του σχεδιαστή δικτύου και διευθυντή τεχνολογίας, με την ευθύνη σχεδιασμού των δραστηριοτήτων για το δίκτυο GSM, GPRS και UMTS της VODAFONE-ΠΑΝΑΦΟΝ, την ευθύνη για όλα τα τεχνολογικά ζητήματα του δικτύου. Όλα τα ανωτέρω περιστατικά διατυπώθηκαν δίχως την στοιχειώδη αναφορά του θανάτου του αδελφού μου Κώστα, και δίχως την παραμικρή υποψία, μήπως ο θάνατός του συνδέεται με την παρ΄ αυτού διαπίστωση της ύπαρξης του παρανόμου λογισμικού με συνέπεια τη δημιουργία κινήτρου θανάτωσής του από δράστες είτε εντός είτε εκτός της εταιρίας VODAFONE.

Σύμφωνα με την αρραβωνιαστικιά του αειμνήστου αδελφού μου, κ. Σάρρα Γαλανοπούλου, η οποία εξέτασε συνδυαστικώς με τις τελευταίες ανακοινώσεις περί υποκλοπών, ορισμένες συζητήσεις που είχε με τον Κώστα, σε μία συνάντησή τους σε εστιατόριο της Αθήνας, της είχε πει ο αδελφός μου μερικές εβδομάδες πριν το θάνατό του, ότι υπάρχει κίνδυνος να κλείσει η VODAFONE και της είχε ζητήσει να ορκισθεί ότι δεν θα το πει σε κανέναν. Επίσης, τη Δευτέρα 7 Μαρτίου 2005, δηλαδή δύο ημέρες προ του θανάτου του, της είχε πει να κάνει κράτηση για να πάνε με φιλικό τους ζευγάρι σε ξενοδοχείο της Καλαμπάκας, κατά το τριήμερο της 25ης Μαρτίου 2005. Επίσης, περίπου ένα μήνα προ του θανάτου του, κατά τη διάρκεια μίας συζήτησης ο αδελφός μου είπε στη Σάρρα ότι είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου να φύγει από την VODAFONE. Εκείνη, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, θεώρησε ότι ο Κώστας εκφράσθηκε με συγκινησιακή φόρτιση, και του είπε ότι υπάρχουν διέξοδοι που μπορεί να επεξεργασθεί και να μην στεναχωριέται. Επίσης σύμφωνα με τη μαρτυρία της αρραβωνιαστικιάς του αδελφού μου Κώστα, η δουλειά του στην VODAFONE του άρεσε πολύ, αλλά «έλεγε συχνά ότι δεν είναι καλό το κλίμα εκεί μέσα». Ώσπου, περίπου είκοσι ημέρες πριν από το θάνατό του, αποφασίζει να φύγει από την VODAFONE και προβαίνει σε δήλωση παραίτησης στον προϊστάμενό του κ. Ν.Π., ο οποίος όμως δεν κάνει δεκτή την παραίτησή του. Στην εταιρία τον γύρισε πίσω ο Κ.Β., έτερος προϊστάμενος στην εσωτερική ιεραρχία της εταιρίας, διαβεβαιώνοντάς τον ότι θα τον αποφορτίσει από τα «βάρη που είχε». Ιεραρχικά ανώτερα από τον αδελφό μου Κώστα ήταν ο Κ.Β., ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον Ν.Μ.

Μετά τις ανωτέρω αποκαλύψεις επισκέφθηκα και πάλι την οικία, όπου κατοικούσε ο αδελφός μου Κώστας, και προσπάθησα να ψάξω στα προσωπικά αντικείμενά του, μήπως βρω κάτι το οποίο θα με οδηγούσε σε ένα συμπέρασμα, σε συνδυασμό με αυτά που είχα ακούσει και πληροφορηθεί από τα ΜΜΕ, και μεταξύ κάποιων βιβλίων βρήκα ένα τετράδιο σημειώσεων του Κώστα, στο οποίο φαίνονται γραμμένες σημειώσεις του τόσο στην ελληνική όσο και στην αγγλική γλώσσα, χρονολογημένες από την 27 Ιανουαρίου 2005 μέχρι και την 28 Φεβρουαρίου 2005, το οποίο προσκομίζω σε μεγέθυνση φωτοτυπημένο, και για το οποίο έχω επιμεληθεί το διορισμό τεχνικού συμβούλου, ο οποίος, έχων τα τυπικά προσόντα θα είναι σε θέση να εξετάσει και επεξεργασθεί τις σημειώσεις του αδελφού μου στο τετράδιο αυτό, ώστε να εξάγει τα αναγκαία εξ αυτών συμπεράσματα.

Σύμφωνα με πληροφορίες που γνωρίζουν οι υπάλληλοι της VODAFONE, την 8 Μαρτίου 2005 έγινε μία ευρεία σύσκεψη στα γραφεία της εταιρίας στο Χαλάνδρι, όπου φέρεται να συμμετείχε, πέραν των κ. Γεωργίου Κορωνιά, Ν.Μ., Ν.Μ., και Ν.Π. και ο αδελφός μου Κώστας, και κατά τη διάρκεια της οποίας συζητήθηκε πολύ έντονα το ζήτημα των υποκλοπών και του παρανόμου λογισμικού. Την επομένη ημέρα ο αδελφός μου, χωρίς να αντιμετωπίζει το παραμικρό πρόβλημα, φέρεται να αυτοκτονεί. Τα ανωτέρω περιστατικά, όπως έχουν συμβεί και σύμφωνα με την χρονική ακολουθία τους και συνάφεια, δεν επιτρέπουν όμως την κρίση ότι ο θάνατος του αδελφού μου είναι άσχετος προς την διαπίστωση του παρανόμου λογισμικού παρακολούθησης τηλεφωνικών συνομιλιών.

Την 3 Φεβρουαρίου 2006 η εταιρία VODAFONE φέρεται να έχει εκδώσει ανακοίνωση, το κείμενο της οποίας έχει ως εξής:

«3 Φεβρουαρίου 2006
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Με αφορμή τη φημολογία για το ατυχές περιστατικό του θανάτου του συναδέλφου Κώστα Τσαλικίδη, η Vodafone-Panafon αισθάνεται την ανάγκη να εκφράσει και δημοσίως την θλίψη, αλλά και τον σεβασμό της στην μνήμη του Κώστα, ο οποίος ήταν Προϊστάμενος Τμήματος Σχεδιασμού Δικτύου και εργαζόταν στην εταιρεία από το 1995. Η εταιρεία δηλώνει ότι ουδεμία σχέση υπάρχει μεταξύ του θανάτου και της ύπαρξης λογισμικού διενέργειας υποκλοπών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και κάθε προσπάθεια συσχέτισής τους είναι, τουλάχιστον, άστοχη. Η εταιρεία σεβόμενη την μνήμη του Κώστα δεν θα ήθελε να προβεί σε καμία περαιτέρω δήλωση σχετικά με το περιστατικό και όσον αφορά τις επιμέρους λεπτομέρειες του συμβάντος θα πρέπει να αναζητηθούν από τις αρμόδιες Αστυνομικές Αρχές.» Βεβαίως η εταιρία VODAFONE δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους έχει αχθεί μετά βεβαιότητας στο συμπέρασμα ότι ουδεμία σχέση υπάρχει μεταξύ του θανάτου και της ύπαρξης λογισμικού διενέργειας υποκλοπών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και γιατί κάθε προσπάθεια συσχέτισής τους είναι, «τουλάχιστον, άστοχη».

Την Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2006 η οικογένειά μου έδωσε την εντολή στον δικηγόρο κ. Θεμιστοκλή Ι. Σοφό να ανακοινώσει στα μέσα μαζικής ενημέρωσης το κείμενο με το εξής περιεχόμενο:

«Αθήνα, την 5 Φεβρουαρίου 2006
1.- Η οικογένεια του άτυχου Κώστα Τσαλικίδη, ο οποίος βρέθηκε την 9 Μαρτίου 2005 απαγχονισμένος στην οικία του, μου έδωσε την εντολή να αναλάβω την εκπροσώπησή της σε όλα τα ζητήματα που άπτονται της διενεργουμένης έρευνας για τις συνθήκες και τα αίτια του θανάτου του, και να εκτελέσω κάθε αναγκαία ενέργεια δικαστική ή εξώδικη προκειμένου να αποκαλυφθεί η αλήθεια.
2.- Τα ερωτήματα που δημοσιεύθηκαν σε μεγάλη μερίδα των εφημερίδων του ημερήσιου και του κυριακάτικου τύπου, και τα οποία έχουν δημιουργήσει δεδικαιολογημένο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης να πληροφορηθεί τις επιμέρους λεπτομέρειες και περιστατικά, σχετικώς με τις υποκλοπές, οδήγησαν την οικογένεια Τσαλικίδη στην απόφαση να θέσει τα ουσιώδη ζητήματα, που γεννώνται σε αυτά τα ερωτήματα, και που συναρτώνται άμεσα ή έμμεσα με το θάνατο του Κώστα Τσαλικίδη, στην κρίση της Δικαιοσύνης.
3.- Η οικογένεια του Κώστα Τσαλικίδη παρακαλεί να κατανοήσουμε όλοι το δράμα που αντιμετωπίζει και να επιδείξουμε τη δέουσα σοβαρότητα και σεβασμό στη μνήμη του Κώστα Τσαλικίδη, αλλά και την πρέπουσα ευαισθησία στο κύρος και το όνομα προσώπων, φυσικών ή και νομικών. Πρέπει να αποφευχθούν οι υποθέσεις που βλάπτουν άμεσα ή έμμεσα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, και να επικεντρωθεί η έρευνα στις ευθύνες των προσώπων, φυσικών ή νομικών, όσο βαθιά και αν πρέπει να φθάσει η έρευνα αυτή, και ανεξάρτητα από την ιεραρχική δομή της στελέχωσης εταιριών, οργανισμών κλπ. προσώπων. Πρέπει επίσης σε κάθε περίπτωση να ληφθεί υπόψιν, ότι κάθε διατύπωση γνώμης, μη ηλεγμένης, μη τεκμηριωμένης, και μη θεμελιωμένης σε βάσιμα και αληθινά περιστατικά, κάθε απόπειρα διατύπωσης υπόθεσης και σεναριολογίας, και η διάδοση αυτών, είναι ικανές να προσβάλλουν τόσο τη μνήμη του Κώστα Τσαλικίδη, όσο και την ομαλότητα στη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης και της μετέπειτα ανάκρισης.
4.- Τα ερωτήματα, τα οποία εναγωνίως αναμένει η οικογένεια του Κώστα Τσαλικίδη, να απαντηθούν, και να χυθεί άπλετο φως σε αυτά, είναι τα εξής:
i.- Τι διερευνούν επί 11 μήνες οι Αρχές, ποία πρόσωπα έχουν κληθεί να καταθέσουν και τι έχουν καταθέσει. Μπορεί βεβαίως η διενεργουμένη προκαταρκτική εξέταση να τελείται με την απαιτουμένη μυστικότητα, πράγμα το οποίο δικονομικώς είναι απόλυτα δικαιολογημένο, έχει όμως το δικαίωμα η οικογένεια Τσαλικίδη, και εφόσον υποβάλει τη μηνυτήρια αναφορά κατά αγνώστων αρχικώς, την οποία προτίθεται, και δηλώσει νομίμως παράσταση πολιτικής αγωγής, να πληροφορηθεί τα στοιχεία, που έχουν συλλεγεί μέχρι τώρα και να της δοθεί το δικαίωμα να ασκήσει τα δικαιώματα που της παρέχει ο Νόμος.
ii.- Θα πρέπει να πληροφορηθεί τα πρόσωπα που έχουν εξετασθεί και να έχει τη δυνατότητα να αξιολογήσει τις καταθέσεις και μαρτυρίες τους, ώστε να ασκήσει τα δικαιώματα που της χορηγεί ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας.
iii.- Επίσης θα πρέπει να πληροφορηθεί επί των λεπτομερειών που άπτονται του ουσιώδους ζητήματος της επίσημης θέσης των εταιριών κινητής τηλεφωνίας και τεχνολογίας κινητής τηλεφωνίας που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στην υπόθεση, επί του ερωτήματος, εάν έχουν παραδοθεί στην Δικαιοσύνη και πότε, τα ακριβή αντίγραφα και η εικόνα του δικτύου, πριν από την αφαίρεση του λογισμικού, εάν έχει αυτό αποτυπωθεί σε μαγνητικά μέσα και έχει κατατεθεί στις διωκτικές και δικαστικές αρχές, και κυρίως, εάν το περιεχόμενο των μαγνητικών αρχείων αντικατοπτρίζει την πλήρη και ακριβή εικόνα του δικτύου πριν την αφαίρεση του λογισμικού.
iv.- Επίσης θα πρέπει να ελεγχθούν η ηλεκτρονική αλληλογραφία, (inbox και outbox), στο server της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας, και, σε περίπτωση διαγραφής των, να δοθούν πειστικές εξηγήσεις για το λόγο της διαγραφής τους, αφής στιγμής διεγράφησαν σε χρόνο, που κατόπιν της φερομένης αυτοκτονίας του Κώστα Τσαλικίδη, όφειλαν να μην εγγίζουν πιθανό προανακριτικό υλικό, χωρίς την άδεια της αρμόδιας Αρχής.
v.- Επίσης θα πρέπει να διερευνηθεί εάν είναι αληθές ότι, ενώ οι υποκλοπές εντοπίσθηκαν από τεχνικούς την 7 Μαρτίου 2005 (βλ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 5.2.2006, σελίδα 8), επικοινώνησε ο υπεύθυνος της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας με το πρωθυπουργικό γραφείο τρεις ημέρες αργότερα, δηλαδή την 10 Μαρτίου 2005, και εάν είναι όντως αληθές, να τεθεί το ερώτημα στον υπεύθυνο της εταιρίας, να δώσει πειστικές εξηγήσεις για τους λόγους αυτής της καθυστέρησης, στις αρμόδιες αρχές. Και μάλιστα, εάν η απενεργοποίηση του λογισμικού φέρεται να έχει γίνει την 8 Μαρτίου 2005 (βλ. όμοια ως άνω πηγή), προτού δηλαδή ενημερωθεί η κυβέρνηση, να δοθούν πειστικές εξηγήσεις τόσο για την ενέργεια όσο και την παράλειψη.
5.- Last but not least, θα πρέπει, έστω και καθυστερημένα, να διενεργηθεί ενδελεχής έρευνα για το ενδεχόμενο, ο Κώστας Τσαλικίδης να γνώριζε πράγματα, τα οποία τον καθιστούσαν επικίνδυνο για τους υποκλοπείς. Αυτά προς το παρόν. Αναμένουμε όλοι τη συνέχεια με ψυχραιμία και εγκράτεια, και με κύριο γνώμονα τη διατήρηση της εμπιστοσύνης μας στους θεσμούς και τα όργανα της Πολιτείας.
Θεμιστοκλής Ι. Σοφός
Δ.Ν.- Δικηγόρος»

Κατόπιν αυτών, και αφού ελεγχθεί η ηλεκτρονική αλληλογραφία του αδελφού μου κατά το διάστημα των τελευταίων μηνών προ του θανάτου του [εισερχόμενα και εξερχόμενα μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (inbox και outbox)], στο server της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας, καθώς και όλα τα ηλεκτρονικά αρχεία, αποθηκευμένα στον σκληρό δίσκο του ηλεκτρονικού υπολογιστή του αδελφού μου Κώστα, που υπάρχει στην εταιρία VODAFONE (βάσει του καταλόγου χρέωσης ηλεκτρονικών υπολογιστών και άλλων αντικειμένων ανά υπάλληλο), και, σε περίπτωση διαγραφής των, να κινηθεί ποινική δίωξη για υπεξαγωγή εγγράφων, αφής στιγμής διεγράφησαν σε χρόνο, που κατόπιν της φερομένης αυτοκτονίας του Κώστα Τσαλικίδη, όφειλαν να μην εγγίζουν πιθανό προανακριτικό υλικό, χωρίς την άδεια της αρμόδιας Αρχής.

Παραλλήλως θα πρέπει να ελεγχθεί το ενδεχόμενο να θανάτωσε ο δράστης ή οι δράστες τον αδελφό μου διά πνιγμού και κατόπιν να τον κρέμασαν, ώστε να φαίνεται ως δήθεν αυτοκτονία, και να κινηθεί ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, και σε περίπτωση αποκλεισμού μίας τέτοιας ενέργειας πρέπει να ελεγχθεί το ενδεχόμενο να οδήγησε με πιέσεις και εκβιασμούς ο δράστης ή οι δράστες τον αδελφό μου στην απόφαση να αυτοκτονήσει (με πιέσεις, εκβιασμούς κλπ.) και να κινηθεί ποινική δίωξη κατ΄ αγνώστων για συμμετοχή σε αυτοκτονία σύμφωνα με το άρθρο 301 ΠΚ.

Με την ανωτέρω μηνυτήρια αναφορά μου δήλωσα επίσης ότι Παρίσταμαι ως πολιτικώς ενάγων για την ψυχική οδύνη που έχω υποστεί από τις άδικες πράξεις των δραστών.

IV – EXPOSÉ RELATIF AUX PRESCRIPTIONS DE L’ ARTICLE 35 & 1 DE LA
CONVENTION
STATEMENT RELATIVE TO ARTICLE 35 & 1 OF THE CONVENTION
ΕΚΘΕΣΗ ΣΧΕΤΙΚΗ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 35 ΠΑΡ.1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ


(Voir chapitre IV de la note explicative, Donner pour chaque grief, et au besoin sur une feuille séparée, les renseignements demandés sous les points 16 à18 ci- après)
(See Part IV of the Explanatory Note. If necessary, give the details mentioned below under points 16 to 18 on a separate sheet for each separate complaint)
(Βλ. κεφάλαιο ΙV του επεξηγηματικού δελτίου. Εάν χρειαστεί, για τις πληροφορίες που σας ζητούνται πιο κάτω στα σημεία 16 έως 18, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε για κάθε παράπονο χωριστό φύλλο χαρτιού)


16. Décision interne définitive (date and nature de la decision,organe–judiciaire ou autre-l
ayant rendue)
Final decision (date, court of authority and nature of decision)
Εσωτερική τελεσίδικη απόφαση (να αναφέρετε την ημερομηνία, την φύση και το όργανο – δικαστικό ή άλλο – που εξέδωσε την απόφαση)

H υπ΄αριθμ. 565/2006 Διάταξη του κ. Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, η οποία μου κοινοποιήθηκε την 4 Οκτωβρίου 2006, και η οποία εκδόθηκε κατόπιν της από 4-7-2006 προσφυγής μου κατά της κατά της υπ΄ αριθμ. 80/2006 και από 20-6-2006 Διατάξεως του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατόπιν της υπό στοιχεία ΑΒΜ Δ06/498 από 9-2-2006 μηνύσεώς μου κατά παντός υπευθύνου προσώπου.


17. Autres décisions (énumérées dans l’ ordre chronologique en indiquant, pour chaque décision, sa date, sa nature et l’ organe – judiciaire ou autre – l’ ayant rendue)
Other decisions, (list in chronological order, giving date, court or authority and nature of decision for each of them)
Άλλες αποφάσεις (να τις παραθέσετε με χρονολογική σειρά και να αναφέρετε την ημερομηνία, την φύση και το όργανο (δικαστικό ή άλλο) που εξέδωσε την κάθε απόφαση)


18. Dispos(i)ez-vous d’ un recours que vous n’ avez pas exercé ? Si oui, lequel et pour quel motif n’ a-t Il pas été exercé ?
Is there or was there any other appeal or other remedy available to you which you have not used ? If so, explain why you have not used it.
Υπάρχει ή υπήρχε στην διάθεσή σας, άλλο ένδικο μέσο το οποίο δεν ασκήσατε; Εάν ναι, να αναφέρετε τους λόγους για τους οποίους δεν ασκήσατε το συγκεκριμένο ένδικο μέσο

Δεν έχω την δυνατότητα ασκήσεως άλλου ενδίκου μέσου


III EXPOSÈ DE LA OU DES VIOLATION(S) DE LA CONVENTION ET/OU DES PROTOCOLES ALLÉGUÉE(S), AINSI QUE DES ARGUMENTS À L’ APPUI STATEMENT OF ALLEGED VIOLATION(S) OF THE CONVENTION AND/OR PROTOCOLS AND OF RELEVANT ARGUMENTS
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ Η ΤΩΝ ΠΡΟΦΑΣΙΖΟΜΕΝΩΝ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
ΚΑΙ /Η ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΩΝ ΤΗΣ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ
ΕΠΙΘΥΜΕΙΤΕ ΝΑ ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΕ ΕΙΣ ΕΠΙΡΡΩΣΗ ΤΩΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΣΑΣ

(Voir chapitre III de la note explicative)
(See Part III of the Explanatory Note)
(Βλ. κεφάλαιο ΙΙΙ του επεξηγηματικού δελτίου)


15. Σύμφωνα με το άρθρο 42 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, «εκτός από αυτόν που αδικήθηκε, και οποιοσδήποτε άλλος έχει το δικαίωμα να καταγγείλει στην αρχή τις αξιόποινες πράξεις που διώκονται αυτεπαγγέλτως, τις οποίες πληροφορήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Η μήνυση γίνεται απευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον μηνυτή είτε από ειδικό πληρεξούσιο.» Σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, «…ο εισαγγελέας, όταν λάβει τη μήνυση ή την αναφορά, κινεί την ποινική δίωξη, παραγγέλλοντας προανάκριση ή ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, όπου αυτό προβλέπεται… 2. Αν η μήνυση ή η αναφορά δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών την αρχειοθετεί και υποβάλλει αντίγραφο στον εισαγγελέα εφετών, αναφέροντας τους λόγους που τον οδήγησαν να μην κινήσει την ποινική δίωξη. Στις ίδιες ενέργειες προβαίνει και αν μετά την ενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή τις ανακριτικές πράξεις που έγιναν κατά το άρθρο 243 παρ. 2 ή την ένορκη διοικητική εξέταση κρίνει αιτιολογημένα ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Ο εισαγγελέας εφετών έχει δικαίωμα: α) στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου να παραγγείλει προκαταρκτική εξέταση από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για κακούργημα ή για πλημμέλημα αρμοδιότητας του τριμελούς πλημμελειοδικείου ή να κινηθεί η ποινική δίωξη για τα λοιπά εγκλήματα και β) στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου να παραγγείλει να κινηθεί η ποινική δίωξη.»

Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει κατ΄ αρχάς ότι ο εισαγγελέας, όταν λάβει τη μήνυση ή την αναφορά, μπορεί να κινήσει την ποινική δίωξη, παραγγέλλοντας προανάκριση ή ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Μπορεί όμως και να την αρχειοθετήσει, εάν κρίνει ότι η μήνυση ή η αναφορά δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. Έχει όμως και μία τρίτη επιλογή: Μπορεί να την αρχειοθετήσει, μόνον εφόσον προηγηθούν η ενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή ανακριτικές πράξεις και κρίνει αιτιολογημένα ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Το τελευταίο δικαίωμα του Εισαγγελέως να αρχειοθετήσει τη μήνυση ή αναφορά, μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα προηγηθούν η ενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή ανακριτικές πράξεις και ο Εισαγγελέας κρίνει αιτιολογημένα ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη, προστέθηκε με το άρθρο 5 του Νόμου 3160/2003.

Στην Εισηγητική Έκθεση στο σχέδιο νόμου (του μετέπειτα Νόμου 3160/2003) αναφέρεται σχετικώς ότι απαιτείται η προηγούμενη συγκέντρωση ουσιαστικών στοιχείων, με προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις και αιτιολογημένη κρίση του εισαγγελέα ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση ποινικής δίωξης, και ότι με τη διάταξη αυτή, «παράλληλα με τη διασφάλιση της προστασίας της προσωπικότητας των πολιτών από προπετείς μηνύσεις και αναφορές, θα επιτευχθεί σοβαρή ελάφρυνση στην προδικασία και στα ακροατήρια. Κατά τα λοιπά διαφυλάσσεται το δικαίωμα του εισαγγελέα για αρχειοθέτηση σε κάθε έγκλημα χωρίς την ανάγκη προηγούμενης προκαταρκτικής εξέτασης, όταν η μήνυση ή η καταγγελία είναι νόμω αστήρικτη ή προφανώς αβάσιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. Επεκτείνεται δε αυτό και στην περίπτωση που οι ενδείξεις κρίνονται ανεπαρκείς μετά την ενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης. Ο λόγος διαφοροποίησης των προϋποθέσεως αρχειοθέτησης στις δύο περιπτώσεις (νόμω αστήρικτη ή προφανώς αβάσιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης στην πρώτη, ανεπαρκείς ενδείξεις στη δεύτερη) είναι πρόδηλος. Στη δεύτερη υπάρχουν συγκεντρωμένα ουσιαστικά στοιχεία στην κρίση του εισαγγελέα.»

Σύμφωνα με το άρθρο 138 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας «… ο κώδικας αυτός ορίζει σε ποιες περιπτώσεις ο δικαστής εκδίδει απόφαση ή διάταξη. Διατάξεις εκδίδει και ο εισαγγελέας σε όσες περιπτώσεις του επιβάλλει ο νόμος την υποχρέωση να λαμβάνει μέτρα κατά την προδικασία ή κατά το χρόνο που το δικαστήριο διακόπτει τη συνεδρίασή του…Η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα… 2. Πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο παίρνουν το λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος, όπου υπάρχει, καθώς και οι παρόντες διάδικοι. Τα βουλεύματα του δικαστικού συμβουλίου και οι διατάξεις του ανακριτή εκδίδονται ύστερα από γραπτή πρόταση του εισαγγελέα, ο οποίος την αναπτύσσει και προφορικά. Ο νόμος ορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες πρέπει να ακουστούν οι διάδικοι πριν εκδοθεί το βούλευμα ή η διάταξη του ανακριτή…3. Η παράβαση της παρ. 2 συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης, του βουλεύματος και της διάταξης.» Εκ της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι ακυρότητα της διάταξης που εκδίδει ο Εισαγγελέας προβλέπεται μόνον στις περιπώσεις που εκδίδεται διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας «…οι αποφάσεις και τα βουλεύματα, καθώς και οι διατάξεις του ανακριτή και του εισαγγελέα, πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα…. Αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.»

Σύμφωνα με το άρθρο 480 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας «…ο πολιτικώς ενάγων μπορεί να ασκήσει έφεση κατά των βουλευμάτων του συμβουλίου πλημμελειοδικών, όταν πρόκειται για κακούργημα και μόνο στις περιπτώσεις β΄, γ΄και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 479». Επομένως δεν προβλέπεται η άσκηση έφεσης κατά διατάξεως του Εισαγγελέως.

Σύμφωνα με το άρθρο 504 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας «…όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη.» Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 505 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας «…αναίρεση μπορούν να ζητήσουν … ο πολιτικώς ενάγων για την καταδικαστική απόφαση, μόνον για το τμήμα της που επιδικάζει σ΄ αυτόν αποζημίωση ή ικανοποίηση ή απορρίπτει την αγωγή του, επειδή δεν στηρίζεται στο νόμο…». Επίσης σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 505 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας «… ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται …». Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι δεν νοείται ούτε προβλέπεται στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Ελληνικής Δημοκρατίας ένδικο μέσον εφέσεως ή αναιρέσεως κατά της Διατάξεως του Εισαγγελέως.

Η σώρευση τόσων εξουσιών στο πρόσωπο του κ. Εισαγγελέως όμως εγγίζει πλέον τον πυρήνα του Δικαιώματος της πρόσβασης στο Δικαστήριο, που κατοχυρώνει το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α΄ της ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΣΎΜΒΑΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΆΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ. Βεβαίως απαιτείται σε κάθε μήνυση η συγκέντρωση ουσιαστικών στοιχείων, με προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις και αιτιολογημένη κρίση του εισαγγελέα ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση ποινικής δίωξης, αλλά με το άρθρο 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που θεσπίσθηκε για να διαφυλάσσεται το δικαίωμα του εισαγγελέα για αρχειοθέτηση σε κάθε έγκλημα χωρίς την ανάγκη προηγούμενης προκαταρκτικής εξέτασης, όταν η μήνυση ή η καταγγελία είναι νόμω αστήρικτη ή προφανώς αβάσιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, σωρεύεται στο πρόσωπο του Εισαγγελέως εξουσία μεγαλύτερη από αυτήν που επιτρέπει και επιτάσσει το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α΄ της ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΣΎΜΒΑΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΆΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ. Η μήνυσή μου και τα συμπληρωματικά μου υπομνήματα δεν έφθασαν ποτέ σε ένα Δικαστήριο ή σε κάποιο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο θα μπορούσε να κρίνει και εάν οι ενδείξεις κρίνονται ανεπαρκείς μετά την ενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης. Με την απορριπτική Διάταξη του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών, η οποία επικυρώθηκε από τον ιεραρχικά προϊστάμενό του Εισαγγελέα Εφετών, απορρίφθηκε η μήνυσή μου με αποτέλεσμα να αποστερηθώ έτσι της ακροάσεως ενώπιον Δικαστηρίου. Ένα Δικαστήριο ή δικαστικό Συμβούλιο, προς το οποίο την πρόσβαση μου αποστέρησε αδικαιολόγητα και κατά παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ η Ελληνική Δημοκρατία και οι εκδοθείσες συμπροσβαλλόμενες Διατάξεις των κυρίων Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών και Εφετών Αθηνών, παρότι τη ζήτησα, θα μπορούσε να αξιολογήσει τα δεδομένα, να κρίνει επί των δικαίων αιτημάτων μου και να απαντήσει θετικά ή αρνητικά.

Κατά το άρθρο 6 § 1 εδ. α΄ της ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΣΎΜΒΑΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΆΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, «παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας». Η διάταξη αυτή εγγυάται «το δικαίωμα στο δικαστήριο», έκφανση του οποίου αποτελεί το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το δικαίωμα τούτο δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου μέσου, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, ώστε να προσβάλλεται η ιδία η ουσία του δικαιώματος αυτού. Αντιθέτως, οι περιορισμοί αυτοί είναι σύμφωνοι προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 της ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΣΎΜΒΑΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΆΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ, εφόσον δικαιολογούνται από την εύλογη σχέση αναλογικότητας, που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και των επιδιωκομένων σκοπών. Εντεύθεν παρέπεται ότι το Κράτος, όταν θεσπίζει το ένδικο μέσο, έχει την υποχρέωση να διαμορφώνει τις σχετικές διαδικασίες, που αφορούν τους τύπους και τις προθεσμίες του ενδίκου τούτου μέσου, κατά τρόπο σύμφωνο προς τις απορρέουσες από το εν λόγω άρθρο 6 εγγυήσεις. Η παράλειψη της Ελληνικής Δημοκρατίας να μου εξασφαλίσει την πρόσβαση σε Δικαστήριο ή σε δικαστικό Συμβούλιο καθώς και διά της Διατάξεως των κ. Εισαγγελέων να αποφανθούν επί των ανωτέρω αιτημάτων μου συνιστά αναμφισβήτητα παράβαση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο και έλλειψη ακροάσεως κατά τα ανωτέρω, ενώ η έκδοση της προσβαλλομένης Διάταξης που απορρίπτει την υπό κρίση από 9-2-2006 έγκλησή μου παραλείποντας οιαδήποτε μνεία -θετική ή αρνητική- επί των ανωτέρω αιτημάτων μου συνιστά αρνητική υπέρβαση εξουσίας του δικαιοδοτικού οργάνου που την εξέδωσε. (βλ. την από 27.5.2004 απόφαση του ΕΔΔΑ επί της υποθέσεως Μπουλουγούρα κατά Ελλάδας).

Προσφεύγω ενώπιον Υμών νομίμως και εμπροθέσμως κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, και κατά της υπ΄ αριθμ. 80/2006 και από 20-6-2006 Διατάξεως του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, η οποία εξεδόθη κατόπιν της υπό στοιχεία ΑΒΜ Δ06/498 από 9-2-2006 μηνύσεώς μου κατά παντός υπευθύνου προσώπου, και επιδόθηκε εις εμέ την 21 Ιουνίου 2006, και κατά της υπ΄ αριθμ. 565/2006 Διάταξης του κ. Εισαγγελέως Εφετών, που εξεδόθη κατόπιν της από 4-7-2006 προσφυγής μου κατά της Διάταξης αυτής, η οποία μου κοινοποιήθηκε την 4 Οκτωβρίου 2006, διότι με τις προσβαλλόμενες Διατάξεις έχει παραβιασθεί το θεμελιώδες δικαίωμά μου περί προσβάσεως στο Δικαστήριο. Με την ανωτέρω μήνυσή μου ζήτησα πρόσβαση σε Δικαστήριο της Ελληνικής Δημοκρατίας το οποίο θα ήλεγχε τις συνθήκες και τις περιστάσεις του θανάτου του αδελφού μου Κωνσταντίνου Τσαλικίδη, καθώς και το ενδεχόμενο να θανάτωσε ο δράστης ή οι δράστες τον αδελφό μου διά πνιγμού και κατόπιν να τον κρέμασαν, ώστε να φαίνεται ως δήθεν αυτοκτονία, ζήτησα δε να κινηθεί ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, και σε περίπτωση αποκλεισμού μίας τέτοιας ενέργειας ζήτησα να ελεγχθεί το ενδεχόμενο να οδήγησε με πιέσεις και εκβιασμούς ο δράστης ή οι δράστες τον αδελφό μου στην απόφαση να αυτοκτονήσει (με πιέσεις, εκβιασμούς κλπ.) και να κινηθεί ποινική δίωξη κατ΄ αγνώστων για συμμετοχή σε αυτοκτονία σύμφωνα με το άρθρο 301 ΠΚ. Επίσης ζήτησα να εγκριθεί η εκταφή του αδελφού μου από την ιατροδικαστική υπηρεσία Αθηνών με τεχνικό σύμβουλο τότε τον Παναγιώτη Γιαμαρέλλο, Ιατροδικαστή Α Τάξεως, επίτιμο προϊστάμενο της ιατροδικαστικής υπηρεσίας, ο οποίος εν τω μεταξύ έχει αποβιώσει. Δήλωσα τέλος ότι παρίσταμαι ως πολιτικώς ενάγων για την ψυχική οδύνη που έχω υποστεί από τις άδικες πράξεις των δραστών. Τα αιτήματα αυτά δεν έφθασαν ποτέ σε ένα Δικαστήριο ή σε κάποιο Δικαστικό Συμβούλιο, αφού με την ανωτέρω Διάταξη του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών, η οποία επικυρώθηκε από τον ιεραρχικά προϊστάμενό του Εισαγγελέα Εφετών, απορρίφθηκαν με αποτέλεσμα να αποστερηθώ έτσι της ακροάσεως ενώπιον Δικαστηρίου. Ένα Δικαστήριο ή δικαστικό Συμβούλιο, προς το οποίο την πρόσβαση μου αποστέρησε αδικαιολόγητα και κατά παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ η Ελληνική Δημοκρατία και οι εκδοθείσες συμπροσβαλλόμενες Διατάξεις των κυρίων Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών και Εφετών Αθηνών, παρότι τη ζήτησα, θα μπορούσε να αξιολογήσει τα δεδομένα, να κρίνει επί των δικαίων αιτημάτων μου και να απαντήσει θετικά ή αρνητικά. Με τις προσβαλλόμενες Διατάξεις γίνεται μνεία ότι ελήφθη υπ΄ όψιν η «από 9-2-2006 έγκληση («μηνυτήρια αναφορά») καθώς και το από 13-4-2006 υπόμνημα του Παναγιώτη Τσαλικίδη», ενώ αληθές είναι ότι έχω υποβάλει και το από 14 Μαρτίου 2006 έγγραφο διά του συνηγόρου μου, το οποίο ευρίσκεται στη δικογραφία, και στο οποίο διατυπώνονται συγκεκριμένα αιτήματα, των οποίων ο κ. Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών έλαβε γνώση, αλλά ουδέποτε απήντησε ή επελήφθη αυτών κάποιο Δικαστήριο. Επίσης έχω υποβάλει στον κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών το από 14 Ιουνίου 2006 υπόμνημά μου, στο οποίο αναφέρω και προσδιορίζω συγκεκριμένα σημεία που πρέπει να ελεγχθούν ενώ διατυπώνω συμπεράσματα, τα οποία εκ του κειμένου της προσβαλλομένης Διατάξεως ουδόλως προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη ούτε από τον κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και πολλώ δε μάλλον από κάποιο Δικαστήριο ή δικαστικό Συμβούλιο.
Παραπονούμαι
i. για αποστέρηση της πρόσβασης σε Δικαστήριο και
ii. έλλειψη ακροάσεως
διότι, αφού δεν μπόρεσα να έχω την πρόσβαση σε Δικαστήριο ή δικαστικό Συμβούλιο ούτε απαντήθηκαν συγκεκριμένα ερωτήματα δεδομένου ότι όπως προκύπτει από τις εκδοθείσες Διατάξεις των κ. Εισαγγελέων ούτε καν ερευνήθηκαν, εφόσον δεν γίνεται αναφορά είτε θετικώς είτε αρνητικώς (απορριπτικώς) στα συγκεκριμένα αυτά ερωτήματά μου, συντρέχει περίπτωση παραβίασης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και ειδικότερα της διάταξης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.
Με την υπό στοιχεία ΑΒΜ Δ06/498 από 9-2-2006 μήνυσή μου κατά παντός υπευθύνου προσώπου καθώς και το από 14 Μαρτίου 2006 συμπληρωματικό έγγραφο υπόμνημά μου που υπεβλήθη στον κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών διά του συνηγόρου μου κ. Θεμιστοκλή Ι. Σοφού, διατυπώνονται συγκεκριμένα αιτήματα, των οποίων ο κ. Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών έλαβε γνώση, αλλά ουδέποτε απήντησε, πολλώ δε μάλλον δεν μνημόνευσε ή απήντησε στην προσβαλλομένη Διάταξή του. Συγκεκριμένα έχει το κείμενο του υπομνήματός μου επί λέξει ως εξής:
«Σε συνέχεια της από 9.2.2006 μηνύσεως του εντολέως μου κ. Παναγιώτη Τσαλικίδη κατά αγνώστων σχετικά με τον αδιευκρίνιστο θάνατο του αδελφού του Κωνσταντίνου Τσαλικίδη, και κατόπιν εντολής του μηνυτή αιτούμαι ενώπιον Υμών να διερευνηθεί 1.- ο κύριος του τηλεφώνου 0030491010, από τον οποίο φέρεται να έχει γίνει τις πρώτες πρωινές ώρες της 9 Μαρτίου 2005 μία αναπάντητη κλήση προς τον αριθμό του κινητού του Κωνσταντίνου Τσαλικίδη, 2.- ο κύριος του τηλεφώνου 0030496499, από τον οποίο φέρεται να έχει γίνει τις πρώτες πρωινές ώρες της 9 Μαρτίου 2005 μία αναπάντητη κλήση προς τον αριθμό του κινητού του Κωνσταντίνου Τσαλικίδη, 3.- ο κύριος του τηλεφώνου 6972224621, προς τον οποίο φέρεται να έχει γίνει τις πρώτες πρωινές ώρες της 9 Μαρτίου 2005 μία εξερχόμενη κλήση από το κινητό τηλέφωνο του Κωνσταντίνου Τσαλικίδη, 4.- ο κύριος του τηλεφώνου 0030496024, από τον οποίο φέρεται να έχει γίνει τις πρώτες πρωινές ώρες της 9 Μαρτίου 2005 μία αναπάντητη κλήση προς τον αριθμό του κινητού του Κωνσταντίνου Τσαλικίδη, 5.- για το τηλέφωνο 6972224621 αιτούμαι να διερευνηθεί η φορητότητα (portability), δηλαδή η δυνατότητα να έχει μεταφερθεί η σύνδεση του κινητού αυτού τηλεφώνου με τον ανωτέρω αριθμό σε άλλη εταιρία πλην της COSMOTE, και ανεξαρτήτως αυτού να διερευνηθεί εάν γίνεται προώθηση σε άλλο νούμερο από την VODAFONE, ιδία δε με ποίον τρόπο και από ποία πρόσωπα είναι δυνατόν να γίνεται αυτή η εκτροπή, 6.- Αιτούμαι επίσης να διερευνηθούν όλες οι τηλεφωνικές κλήσεις από και προς το τηλεφωνικό κέντρο της εταιρίας VODAFONE για όλα τα γραφεία και όλα τα στελέχη για το χρονικό διάστημα 7, 8 και 9 Μαρτίου 2005, 7.- Αιτούμαι περαιτέρω να χορηγηθούν εις Υμάς όλες οι τηλεφωνικές κλήσεις από και προς κεραίες όλων των εταιριών κινητής τηλεφωνίας που περικλείουν την οικία του Κωνσταντίνου Τσαλικίδη, για το χρονικό διάστημα από 20:00 μ.μ. της 8 Μαρτίου 2005, έως και 08:00 π.μ. της 9 Μαρτίου 2005, ιδίως δε να δοθεί μεγάλη έμφαση στις κλήσεις από και προς κεραίες όλων των εταιριών κινητής τηλεφωνίας που περικλείουν την οικία του Κωνσταντίνου Τσαλικίδη, ΤΡΙΑΝΤΑ ΛΕΠΤΑ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΚΑΘΕ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ Κ.ΤΣΑΛΙΚΙΔΗ.» Τα αιτήματα αυτά δεν έφθασαν ποτέ σε ένα Δικαστήριο ή σε κάποιο Δικαστικό Συμβούλιο, αφού με την ανωτέρω Διάταξη του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών, η οποία επικυρώθηκε από τον ιεραρχικά προϊστάμενό του Εισαγγελέα Εφετών, απορρίφθηκαν με αποτέλεσμα να αποστερηθώ έτσι της ακροάσεως ενώπιον Δικαστηρίου. Ένα Δικαστήριο ή δικαστικό Συμβούλιο, προς το οποίο την πρόσβαση μου αποστέρησε αδικαιολόγητα και κατά παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ η Ελληνική Δημοκρατία και οι εκδοθείσες συμπροσβαλλόμενες Διατάξεις των κυρίων Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών και Εφετών Αθηνών, παρότι τη ζήτησα, θα μπορούσε, να αξιολογήσει τα δεδομένα, να κρίνει επί των δικαίων αιτημάτων μου και να απαντήσει θετικά ή αρνητικά. Επί των ουσιωδεστάτων ως άνω ερωτημάτων που έθεσα διά του συνηγόρου μου, ουδεμία απάντηση έλαβα, μηδέ απεφάνθη ο κ. Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών επ΄ αυτών στην προσβαλλομένη Διάταξή του, με αποτέλεσμα η διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση, βάσει της οποίας συνετάγη η προσβαλλομένη Διάταξη του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, να είναι μόνον ανεπαρκής και πλημμελής, αλλά να παραβιάζει το δικαίωμά μου στην πρόσβαση σε Δικαστήριο.
Περαιτέρω ο κ. Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών ουδόλως απεφάνθη μηδέ ασχολήθηκε ή εξέτασε το δίσκο αποθήκευσης μνήμης (USB) που βρήκα στο γραφείο του αδελφού μου Κώστα Τσαλικίδη με τρία αρχεία αποθηκευμένα σε αυτό, και συγκεκριμένα ένα αρχείο με σημειώσεις του Κώστα, με ημερομηνία αρχείου 3.2.2005, ένα evaluation report της VODAFONE, με ημερομηνία δημιουργίας 2.3.2004, και ένα excel file «IPC GRADING», με ημερομηνία δημιουργίας 2.3.2004. Συγκεκριμένα, ζήτησα να διερευνηθεί ειδικά το περιεχόμενο του πρώτου αρχείου, που αφορά σημειώσεις του Κώστα με ημερομηνία αρχείου 3.2.2005. Το υλικό αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει αποδεικτικό αντικείμενο Δίκης, στην οποία βεβαίως αποστερήθηκα την πρόσβαση, ώστε να αναπτύξω τις απόψεις μου, να παραθέσω τα σχόλια και τις αξιολογήσεις μου και να εμπλουτίσω και με πρόσθετο αποδεικτικό υλικό αυτό που αρχικώς κατόπιν της υπό στοιχεία ΑΒΜ Δ06/498 από 9-2-2006 μηνύσεώς μου κατά παντός υπευθύνου προσώπου είχα ζητήσει, δηλαδή να δικασθούν οι υπαίτιοι για το θάνατο του αδελφού μου Κωνσταντίνο Τσαλικίδη. Τα αιτήματα αυτά δεν έφθασαν ποτέ σε ένα Δικαστήριο ή σε κάποιο Δικαστικό Συμβούλιο, αφού με την ανωτέρω Διάταξη του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών, η οποία επικυρώθηκε από τον ιεραρχικά προϊστάμενό του Εισαγγελέα Εφετών, απορρίφθηκαν με αποτέλεσμα να αποστερηθώ έτσι της ακροάσεως ενώπιον Δικαστηρίου. Ένα Δικαστήριο ή δικαστικό Συμβούλιο, προς το οποίο την πρόσβαση μου αποστέρησε αδικαιολόγητα και κατά παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ η Ελληνική Δημοκρατία και οι εκδοθείσες συμπροσβαλλόμενες Διατάξεις των κυρίων Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών και Εφετών Αθηνών, παρότι τη ζήτησα, θα μπορούσε να αξιολογήσει τα δεδομένα, να κρίνει επί των δικαίων αιτημάτων μου και να απαντήσει θετικά ή αρνητικά.
Μέρος αυτών παρατίθεται αυτουσίως κατωτέρω, προκειμένου να γίνει αντιληπτή η αναγκαιότητα διερεύνησης των στοιχείων του περιεχομένων του (πρόσωπα, ηλεκτρονικά αρχεία, ημερομηνίες, συναντήσεις, ομάδες συλλογής πληροφοριών κλπ.) τα οποία θα μπορούσε να αξιολογήσει ένα Δικαστήριο, προς το οποίο μου στερήθηκε η πρόσβαση, αν και τη ζήτησα, με την συμπεριφορά της Ελληνικής Δημοκρατίας και διά των εκδοθεισών συμπροσβαλλομένων Διατάξεων των κυρίων Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών και Εφετών Αθηνών:
«…Η κατάσταση που περιγράφεται κατωτέρω αφορά θέματα μέχρι την 1.2.2005. Ομάδα INTP : Μία νέα Ομάδα INTP έχει δημιουργηθεί όπου όλες οι σχετικές πληροφορίες έχουν αποθηκευθεί για όλες τις σχετικές δραστηριότητες. Η πρόσβαση προφανώς θα πρέπει να ζητείται από την Π.Π., βοηθό του Ρ. Οι υπεύθυνοι της Ομάδας INTP πρέπει να ζητάνε να επιτρέπεται πρόσβαση σε άτομα στην εταιρία του. Κανονικά, όλοι οι αναμεμειγμένοι θα πρέπει να έχουν πρόσβαση (οι επικεφαλής τμημάτων, τα πρόσωπα με εκχώρηση αρμοδιοτήτων στο INTP κ.ά.) Ήδη κάποιοι συνάδελφοι είχαν ζητήσει από εμένα πρόσβαση. Δεν έχω ζητήσει πρόσβαση για κανέναν ακόμη (Β., Κ., άλλους)
Τριετές πρόγραμμα INTP: Όσο δύναμαι να γνωρίζω η Μ.Σ. πρόκειται να συμμετάσχει σε σοβαρή συνάντηση στο Core και το ίδιο ζητείται για τον Φ.Β. Μαντεύω ότι οι υπόλοιπες λειτουργικές ομάδες θα καλέσουν για συναντήσεις. Ο Β. Π. μου έδωσε το όνομα του Α.Α. ως συνεργάτη στο τριετές πρόγραμμα για εργασίες. Το όνομα δεν έχει δοθεί στον R. ακόμη. Καθυστέρηση. Έχει πει ότι θα παράσχει πρόσωπο επικοινωνίας για «αστικές εργασίες» σχετικές με το ραδιόφωνο (όπως ο Μ.).
Οργανωτικά: Η Π.Π. έχει στείλει το χρονοδιάγραμμα για τις διεβδομαδιαίες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις για την ομάδα INTP (όλες οι χώρες). Η επόμενη τηλεφωνική συνδιάλεξη έχει ορισθεί για την 9 Φεβρουαρίου 2005. Δεν χρειάζεται αυστηρά να συμμετάσχουν όλοι, αλλά να είναι στη γραμμή. Πρακτικά της συνάντησης (MoM, Minutes of Meeting) θα διανεμηθούν ούτως ή άλλως κατόπιν αυτής. Η επόμενη εκ του σύνεγγυς συνάντηση INTP έχει ορισθεί για τον Απρίλιο. Έχω ήδη ζητήσει από τον R. να ενημερώνεται ο Ν.Π. σε όλη τη σχετική επικοινωνία INTP…».
Περαιτέρω, με το από 14 Ιουνίου 2006 έγγραφο υπόμνημά μου, το οποίο υπέβαλα, και το οποίο αποτελεί μέρος της υπό κρίση δικογραφίας, επανυπέβαλα – κυρίως καθόσον διαπίστωσα ότι μέχρι τότε ο κ. Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών δεν είχε ασχοληθεί με αυτά μηδέ είχε αποφανθεί επ΄ αυτών – τα κατωτέρω ζητήματα και έθεσα αντίστοιχα αιτήματα, επί των οποίων ουδεμία απάντηση έλαβα, μηδέ απεφάνθη ο κ. Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών επ΄ αυτών στην προσβαλλομένη Διάταξή του, με αποτέλεσμα η διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση, βάσει της οποίας συνετάγη η προσβαλλομένη Διάταξη του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, να είναι ανεπαρκής και πλημμελής. Τα αιτήματα αυτά, επί των οποίων αποστερήθηκα της ακροάσεως ενώπιον Δικαστηρίου, θα μπορούσε να αξιολογήσει ένα Δικαστήριο, προς το οποίο μου στερήθηκε η πρόσβαση, αν και τη ζήτησα, με την συμπεριφορά της Ελληνικής Δημοκρατίας και διά των εκδοθεισών συμπροσβαλλομένων Διατάξεων των κυρίων Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών και Εφετών Αθηνών.
Συγκεκριμένα εξέθεσα τα εξής ερωτήματα:
1.- Ποία είναι η Ομάδα INTP; Ποίες είναι οι πληροφορίες που έχουν αποθηκευθεί από αυτήν και σε ποίες δραστηριότητες αναφέρεται;
2.- Ποίοι είναι οι Π.Π. και ο Ρ., η οποία αναφέρεται ως βοηθός του Ρ., και η οποία πρέπει να είναι η κύρια υπεύθυνη για την «πρόσβαση» στο INTP και ποίος ο ρόλος τους;
3.- Ποιοι είναι οι επικεφαλής των τμημάτων που είχαν πρόσβαση;
4.- Ποία είναι τα πρόσωπα με εκχώρηση αρμοδιοτήτων στο INTP;
5.- Ποίοι είναι οι «συνάδελφοι» που είχαν ζητήσει από τον Κώστα Τσαλικίδη πρόσβαση και ποίος ο ρόλος τους;
6.- Ποίοι είναι οι κύριοι Φ.Β. και Κ., οι οποίοι φαίνεται ότι είχαν ζητήσει από τον Κώστα Τσαλικίδη πρόσβαση και ποίος ο ρόλος τους;
7.- Ποία είναι η κ. Μ.Σ., η οποία συμμετείχε σε σοβαρή συνάντηση στο Core, και ποίος ο ρόλος της;
8.- Ποίος είναι ο Β.Π. που έδωσε στον Κώστα Τσαλικίδη το όνομα του Α.Α. ως συνεργάτη στο τριετές πρόγραμμα για εργασίες και ποίος ο ρόλος του;
9.- Ποίο είναι το χρονοδιάγραμμα που έχει η Π.Π. για τις διεβδομαδιαίες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις για την ομάδα INTP (και ποίες είναι οι αναμειγνυόμενες χώρες);
10.- Ποία είναι τα «Πρακτικά της συνάντησης (MoM, Minutes of Meeting)» που έχουν διανεμηθεί μετά από κάθε συνάντηση ή τηλεφωνική συνδιάλεξη των ανωτέρω προσώπων;
11.- Πραγματοποιήθηκε η προγραμματισθείσα για τον Απρίλιο 2005 εκ του σύνεγγυς συνάντηση INTP και ποία είναι τα συμπεράσματά της; Έχουν τηρηθεί πρακτικά;
12.- Γιατί γράφει ο Κώστας Τσαλικίδης ότι ζήτησε από τον R. να ενημερώνεται ο Ν.Π. σε όλη τη σχετική επικοινωνία INTP;
13.- Τι σημαίνουν τα αρχικά DONP; Τι ρόλο παίζει το DONP ως προς το κεφάλαιο 6, Αναλυτικός προϋπολογισμός και ποία σημασία της αναφερόμενης προθεσμίας 31.3.05;
14.- Ο Κώστας Τσαλικίδης σημειώνει ότι θα πρέπει να δοθεί έμφαση στα ανωτέρω χρονικά περιθώρια σύμφωνα με την αναφορά. Ποία αναφορά εννοούν οι σημειώσεις του;
Τα αιτήματα αυτά δεν έφθασαν ποτέ σε ένα Δικαστήριο ή σε κάποιο Δικαστικό Συμβούλιο, αφού με την ανωτέρω Διάταξη του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών, η οποία επικυρώθηκε από τον ιεραρχικά προϊστάμενό του Εισαγγελέα Εφετών, απορρίφθηκαν με αποτέλεσμα να αποστερηθώ έτσι της ακροάσεως ενώπιον Δικαστηρίου. Ένα Δικαστήριο ή δικαστικό Συμβούλιο, προς το οποίο την πρόσβαση μου αποστέρησε αδικαιολόγητα και κατά παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ η Ελληνική Δημοκρατία και οι εκδοθείσες συμπροσβαλλόμενες Διατάξεις των κυρίων Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών και Εφετών Αθηνών, παρότι τη ζήτησα, θα μπορούσε να αξιολογήσει τα δεδομένα, να κρίνει επί των δικαίων αιτημάτων μου και να απαντήσει θετικά ή αρνητικά.
Ως ουσιώδες παρατηρείται επίσης στο ανωτέρω αρχείο, όπως και σε άλλα αρχεία και σημειώσεις του Κώστα Τσαλικίδη το γεγονός ότι προγραμματίζονται αυστηρά με οριοθέτηση και χρονικό προσδιορισμό ενέργειες που πρέπει να γίνουν. Για παράδειγμα, αναφέρεται στις σημειώσεις αυτές:
«DONP
Θα πρέπει οπωσδήποτε να συναρτηθεί με το κεφάλαιο 6, Αναλυτικός προϋπολογισμός (Προθεσμία 31.3.05). Θα πρέπει να δοθεί έμφαση στα χρονικά περιθώρια σύμφωνα με την αναφορά. Στο Hyperion, έχουν γίνει έρευνες προϋπολογισμού σε χρονική βάση για το επόμενο ή το τρέχον πρόγραμμα; Θα πρέπει να υπάρχει συνάρτηση τεχνικής και οικονομικής αναφοράς. Έχει αναφερθεί ότι η κεντρική ομάδα INTP θα παράσχει την προταθείσα μορφή. Οπωσδήποτε έχει αρχίσει να διαφαίνεται ότι είναι διστακτικοί προς αυτήν την κατεύθυνση. Αν και έχει συζητηθεί το θέμα δεν έχει δοθεί κάποια δεσμευτική θέση από το Κέντρο. Το ζήτημα της μορφής δεν είναι καθαρό.
…
Η επόμενη συνάντηση της ομάδας INTP έχει ορισθεί για τον Απρίλιο»
(Ακολουθεί το πρωτότυπο κείμενο στην αγγλική γλώσσα:)
«…DONP
Should be completely aligned with Chapter six, Detailed budget. (Deadline 31/03/05).
Emphasis should be given in the projected timelines as reporting will exist. In Hyperion, are budget projections made on time basis for the next or current FY? There should be alignment as Technical Reporting and Financial reporting should be aligned.
It has been mentioned that the global INTP team will provide the proposed format. However it has been appeared that they are reluctant to do so. Although the issue has been discussed no commitment from Global has been given. The issue of format is not clear.»
…….
Next INTP face to face meeting is set for April.»

Ομοίως επί των ως άνω ερωτημάτων που έθεσα διά του συνηγόρου μου, ουδεμία απάντηση έλαβα, κανένα Δικαστήριο ή δικαστικό Συμβούλιο δεν επελήφθη της κρίσης επ΄ αυτών, μηδέ απεφάνθη ο κ. Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών επ΄ αυτών στην προσβαλλομένη Διάταξή του, με αποτέλεσμα η διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση, βάσει της οποίας συνετάγη η προσβαλλομένη Διάταξη του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, όχι μόνον να είναι ανεπαρκής και πλημμελής, αλλά απολύτως αντίθετη με την Αρχή του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο και του δικαιώματος ακροάσεως. Τα αιτήματα αυτά, επί των οποίων αποστερήθηκα της ακροάσεως ενώπιον Δικαστηρίου, θα μπορούσε να αξιολογήσει ένα Δικαστήριο, προς το οποίο μου στερήθηκε η πρόσβαση, αν και τη ζήτησα, με την συμπεριφορά της Ελληνικής Δημοκρατίας και διά των εκδοθεισών συμπροσβαλλομένων Διατάξεων των κυρίων Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών και Εφετών Αθηνών.


Στην προσβαλλομένη Διάταξη έγιναν δεκτά τα κατωτέρω περιστατικά:
«…Την 07:55 π.μ. της 9-3-2005 ο Γεώργιος Τσαλικίδης τηλεφώνησε στον υιό του Κωνσταντίνο Τσαλικίδη, ο οποίος διέμενε σε διαμέρισμα του ιδίου ορόφου της επί της οδού Ευκλείδου 18 πολυκατοικίας, προκειμένου να τον ξυπνήσει για να μεταβεί στην εργασία του στην εταιρία Vodafone. Επειδή όμως δεν απάντησε στην τηλεφωνική κλήση, η μητέρα του Γεωργία Τσαλικίδη άνοιξε, με το κλειδί που είχε, το διαμέρισμα και τον βρήκε κρεμασμένο με σχοινί έξω από την πόρτα του λουτρού όπου υπήρχε και μία καρέκλα. Περί ώρα 08.35" έφθασε εκεί τυχαία ο αδελφός του Παναγιώτης Τσαλικίδης ο οποίος έκοψε με μαχαίρι το σχοινί και τοποθέτησε το άψυχο σώμα του αδελφού του στο κρεβάτι του υπνοδωματίου όπου και το φωτογράφησε (βλ. σειρά τεσσάρων φωτογραφιών). Ακολούθως ειδοποιήθηκε το Αστυνομικό Τμήμα Κολωνού και το πτώμα μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο και εξετάσθηκε από τον ιατροδικαστή Γεώργιο Ντι Λέρνια ο οποίος μετά τη νεκροψία και νεκροτομή αποφάνθηκε ότι αιτία του θανάτου ήταν ο απαγχονισμός δια βρόχου (βλ, την υπ' αριθμ. 736 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας -νεκροτομής). Παράλληλα ελήφθη από τον ιατροδικαστή βιολογικό υλικό (αίμα και ούρα) το οποίο υποβλήθηκε σε τοξικολογική εξέταση και το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό για οργανικά δηλητήρια και ναρκωτικά και θετικό ως προς το οινόπνευμα, το οποίο ανιχνεύθηκε σε συγκέντρωση 0,12 ο/οο (βλ. την από 20-4-2005 εργαστηριακή έκθεση τοξικολογικής εξέτασης). Στην από 9-3-2006 ένορκη κατάθεση του ο ιατροδικαστής Γεώργιος Ντι Λέρνια επιβεβαιώνει την έκθεση του και προσθέτει ότι το πτώμα δεν έφερε κανένα ίχνος πάλης ή άσκησης βίας και η συνολική εικόνα και τα ευρήματα συνηγορούν υπέρ της εκδοχής ότι πρόκειται για αυτοκτονία. Στο ίδιο συμπέρασμα είχαν καταλήξει και οι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. (βλ. την από 6-2-2006 ένορκη κατάθεση του Αντιστράτηγου Στυλιανού Σύρου). Για την πληρέστερη διερεύνηση και αξιολόγηση των ευρημάτων και των διαπιστώσεων που έγιναν κατά την ιατροδικαστική εξέταση του πτώματος, λάβαμε ένορκη κατάθεση του Προϊσταμένου της ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών Φιλίππου Κουτσαύτη ο οποίος, εξετάζοντας τις φωτογραφίες του πτώματος του Κωνσταντίνου Τσαλικίδη, διαπίστωσε ότι η αύλαξ, ήτοι το αποτύπωμα του βρόχου, είναι περγαμηνοειδής, ανισοβαθής και λοξώς φερομένη ως προς τον επιμήκη άξονα του λαιμού, δηλαδή ότι υπάρχουν τα χαρακτηριστικά ευρήματα του απαγχονισμού. Παρατήρησε επίσης ότι η απουσία ασφυκτικών σημείων, κυανού προσωπείου και κακώσεων από πρόσκρουση κατά τους σπασμούς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος επήλθε αμέσως μόλις το σώμα απαιωρήθη συνεπεία ανακοπής που προκλήθηκε από την ταυτόχρονη πίεση αμφοτέρων των καρωτιδικών σάκων που ευρίσκονται στις πλάγιες τραχηλικές χώρες και τον έντονο ερεθισμό των πνευμονογαστρικών νεύρων. Πράγματι διδάσκεται ότι στον απαγχονισμό συνήθως το πρόσωπο είναι έντονα κυανωτικό, συμπεφορημένο και ελαφρά οιδηματώδες επειδή η ετερόπλευρη περίσφυξη των καρωτίδων, πριν από την πλήρη διακοπή της αιμάτωσης του εγκεφάλου, μπορεί να προκαλέσει συγκέντρωση αίματος στα φλεβικά αγγεία. Είναι όμως δυνατό ο θάνατος να επέλθει όχι από ανοξυγοναιμία του εγκεφάλου, αλλά από ανακοπή λόγω πίεσης και εντόνου ερεθισμού των κέντρων του προμήκους, φαινόμενο που μπορεί να παρατηρηθεί σε περιπτώσεις απαγχονισμού ιδίως με πτώση από ύψος (βλ. Α. Κουτσελίνη Ιατροδικαστική εκδ. 1994 σ. 12). Εξ άλλου τα χαρακτηριστικά ευρήματα επί στραγγαλισμού διαφέρουν και καθιστούν μάλλον ευχερή τη διαπίστωση του αφού η αύλαξ είναι εγκάρσια (κάθετη) ως προς τον επιμήκη άξονα του λαιμού και σε χαμηλότερο επίπεδο (κάτω του θυρεοειδούς χόνδρου), συνήθως περιγυρεί ολόκληρο το λαιμό και είναι ισοβαθής και μικρότερου βάθους (βλ. Α. Κουτσελίνη ό.π. σ 133). Περαιτέρω ο Φίλιππος Κουτσαύτης βεβαίωσε ότι το Τοξικολογικό Εργαστήριο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών είναι σύγχρονο, διαπιστευμένο, χρησιμοποιεί τις τελευταίες διεθνώς αναγνωρισμένες μεθόδους και μπορεί να ανιχνεύσει τις βασικές ομάδες φαρμάκων και δηλητηρίων που θα μπορούσαν να δράσουν κατασταλτικά, ενώ δεν υπάρχει κανένα εύρημα, όπως θα έπρεπε, στις έξω αναπνευστικές οδούς και στους βλεννογόνους, αν είχε χρησιμοποιηθεί άγνωστης χημικής σύστασης σπρέι ή καυστική ουσία (βλ. την από 9-3-2006 ένορκη κατάθεσή του). Πρέπει τέλος να σημειωθεί εδώ ότι αμφότεροι οι ιατροδικαστές κατηγορηματικά αποφάνθηκαν στις καταθέσεις τους ότι η εκταφή του Κωνσταντίνου Τσαλικίδη δεν μπορεί να εισφέρει οτιδήποτε στην έρευνα, η ενδεχόμενη αυτοψία του χώρου από τον ιατροδικαστή δεν ήταν ούτε αναγκαία, αφού δεν υπήρχε καμία ένδειξη εγκληματικής ενέργειας, ούτε μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα δεδομένου ότι ο Παναγιώτης Τσαλικίδης είχε ήδη κόψει το σχοινί και, επομένως, ο ιατροδικαστής δεν θα είχε αναλλοίωτη την εικόνα του απαγχονισμένου, αλλά θα είχε την εικόνα του πτώματος στο κρεβάτι η οποία δεν διαφέρει από την ίδια εικόνα που είχε στο νεκροτομείο…».

Επί των ανωτέρω παραδοχών της προσβαλλομένης Διάταξης παρατηρείται μία προσπάθεια των ιατροδικαστών να δικαιολογήσουν ενδεχομένως ουσιώδεις παραλείψεις τους, οι οποίες πρέπει να ελεγχθούν, καθώς επίσης υιοθετούνται κρίσεις και αξιολογήσεις κατά τρόπον έωλο, βιάζεται δε η λογική ακολουθία των πραγμάτων από την προσβαλλομένη Διάταξη. Ειδικότερα :
1.- Δεν έχει πραγματοποιηθεί αυτοψία στο χώρο που βρέθηκε νεκρός ο αδελφός μου Κώστας Τσαλικίδης, ώστε η από 9-3-2006 ένορκη κατάθεση του ιατροδικαστή Γ. Ντι Λέρνια όπου επιβεβαιώνει ότι το πτώμα δεν έφερε κανένα ίχνος πάλης ή άσκησης βίας και ότι η συνολική εικόνα και τα ευρήματα συνηγορούν υπέρ της εκδοχής ότι πρόκειται για αυτοκτονία, στερείται βασιμότητας, αφού ο ιατροδικαστής δεν εξειδικεύει περί ποίων «ευρημάτων» ομιλεί, αφού το μόνον «εύρημα» με το οποίο ασχολήθηκε στην αίθουσα του νεκροτομείου ήταν το νεκρό σώμα του αδελφού μου Κώστα Τσαλικίδη. Ποία είναι η συνολική εικόνα, δεν εξειδικεύεται. Ποία είναι τα ευρήματα, ομοίως. Πώς είναι δυνατόν, κατά τρόπον τόσο αόριστο, αθεμελίωτο, ατεκμηρίωτο και αβασάνιστο, να καταλήγει ένας ιατροδικαστής, με εμπειρία μάλιστα ενός έτους (!!!) στην κρίση ότι η συνολική εικόνα και τα ευρήματα συνηγορούν υπέρ της εκδοχής ότι πρόκειται για αυτοκτονία, χωρίς να δίδει την παραμικρή αναφορά σε στοιχεία πλην του σώματος που, ο ίδιος ισχυρίζεται ότι εξέτασε. Σε κάθε περίπτωση όμως στερείται οιασδήποτε θεμελίωσης και αιτιολογίας η παραδοχή της προσβαλλομένης διατάξεως ότι «ενδεχόμενη αυτοψία του χώρου από τον ιατροδικαστή δεν ήταν ούτε αναγκαία», αφού είναι αναμφισβήτητο από τους Ιατροδικαστές, ότι οι περιστάσεις και οι συνθήκες υπό τις οποίες απεβίωσε ο Κώστας Τσαλικίδης δεν καταμαρτυρούνται μόνον από την όψη και τα «ευρήματα» επί του σώματός του, αλλά και από την αναλυτική εικόνα που έχει ο ιατροδικαστής από το χώρο, όπου βρέθηκε το πτώμα. Άλλωστε, αντίθετα με συγκεκριμένες και αιτιολογημένες θέσεις ιατροδικαστών, δεν είναι δυνατόν να υιοθετείται κατά τρόπον άκριτο και αναιτιολόγητο η παραδοχή της προσβαλλομένης διατάξεως ότι ενδεχόμενη «…εκταφή του Κωνσταντίνου Τσαλικίδη δεν μπορεί να εισφέρει οτιδήποτε στην έρευνα…». Σύμφωνα με τον διακεκριμένο και έγκριτο αμερικανό ιατροδικαστή Dr. Michael Baden, στον οποίον κατέφυγα προκειμένου να μου χορηγήσει την απαιτουμένη σχετική ενημέρωση, βεβαιώνεται ότι η εκταφή θα μπορούσε να εισφέρει πολύτιμες πληροφορίες ως προς το τι συνέβη στον αδελφό μου Κώστα. Επικαλούμαι δε την σχετική αλληλογραφία, ενώ σας γνωστοποιώ, ότι τούτο είχα καταστήσει γνωστό στον κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών διά του συνηγόρου μου. Η μόνη διατύπωση με την οποία γίνεται απόπειρα να αιτιολογηθεί στην προσβαλλομένη διάταξη η ανωτέρω παραδοχή είναι ότι «…δεν υπήρχε καμία ένδειξη εγκληματικής ενέργειας». Πώς είναι δυνατόν να διατυπώνεται μία τέτοια παραδοχή, όταν δεν έχει γίνει καμία έρευνα-αυτοψία στο χώρο που βρέθηκε το πτώμα, ούτε ελήφθησαν -μέχρι και σήμερα !!!- αποτυπώματα από την Σήμανση, φωτογραφίες κλπ. Επίσης γίνεται δεκτό στην προσβαλλομένη διάταξη ότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει διαφορετικό συμπέρασμα «…δεδομένου ότι ο Παναγιώτης Τσαλικίδης είχε ήδη κόψει το σχοινί…».
Δεν υπάρχει στην αρχική ιατροδικαστική έκθεση την υπ.αριθμ.736, αναφορά στο ποια test ανίχνευσης δηλητηρίων και φαρμάκων στις έξω αναπνευστικές οδούς του νεκρού έγιναν, και με ποια διαγνωστική μέθοδο. Δεν υπάρχει στα πειστήρια κομμάτι από το σχοινί. Δεν υπάρχει στα πειστήρια φωτογραφία του χώρου. Δεν υπάρχει στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας έκθεση ερεύνης του διαμερίσματος του Κώστα Τσαλικίδη. Δεν αρκεί η παραδοχή ότι ο Παναγιώτης Τσαλικίδης είχε ήδη κόψει το σχοινί, για να αχθεί κανείς στο συμπέρασμα ότι «…δεν υπήρχε καμία ένδειξη εγκληματικής ενέργειας…». Σας ενημερώνω, για την πληρότητα της γνώσης Σας επί των πραγματικών περιστατικών, ότι όταν είδα τον αδελφό μου να επικρέμαται, έσπευσα αμέσως να αποκόψω το σχοινί και να επιθέσω το σώμα του αδελφού μου στο κρεβάτι, ελπίζοντας ότι ακόμη είναι ζωντανός, αφού το σώμα του ήταν ακόμη ζεστό.

ΟΜΩΣ εάν κατά το άρθρο 6 § 1 εδ. α΄ της ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΣΎΜΒΑΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΆΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ «παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας», ερωτάται κατά πόσον είχαν δικαίωμα οι ανωτέρω Εισαγγελείς να αποφανθούν αμετακλήτως επί του αιτήματός μου χωρίς να μου δοθεί το δικαίωμα τη πρόσβασης στο Δικαστήριο όπως μου παρέχεται από τις ανωτέρω Διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η συμπεριφορά αυτή προσβάλλει άμεσα «το δικαίωμα στο δικαστήριο». Το δικαίωμα τούτο δεν είναι απόλυτο, μπορεί βεβαίως να υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου μέσου, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, ώστε να προσβάλλεται η ιδία η ουσία του δικαιώματος αυτού.

V - EXPOSE DE L’ OBJET DE LA REQUÊTE ET PRETENTIONS PROVISOIRES
POUR UNE SATISFACTION EQUITABLE
STATEMENT OF THE OBJECT OF THE APPLICATION AND PROVISIONAL
CLAIMS FOR JUST SATISFACTION
ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΕΣ ΑΠΑΙ-
ΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΔΙΚΑΙΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ
(Voir chapitre V de la note explicative)
(See Part V of the Explanatory Note)
(Βλ. κεφάλαιο V του επεξηγηματικού δελτίου)

19. Ζητείται όπως αναγνωρισθεί η παραβίαση του άρθρου 6 § 1 εδ. α΄ της ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΣΎΜΒΑΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΆΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, «παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας». Η διάταξη αυτή εγγυάται «το δικαίωμα στο δικαστήριο», έκφανση του οποίου αποτελεί το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το δικαίωμα τούτο δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου μέσου, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, ώστε να προσβάλλεται η ιδία η ουσία του δικαιώματος αυτού. Αντιθέτως, οι περιορισμοί αυτοί είναι σύμφωνοι προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 της ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΣΎΜΒΑΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΆΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ, εφόσον δικαιολογούνται από την εύλογη σχέση αναλογικότητας, που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και των επιδιωκομένων σκοπών. Εντεύθεν παρέπεται ότι το Κράτος, όταν θεσπίζει το ένδικο μέσο, έχει την υποχρέωση να διαμορφώνει τις σχετικές διαδικασίες, που αφορούν τους τύπους και τις προθεσμίες του ενδίκου τούτου μέσου, κατά τρόπο σύμφωνο προς τις απορρέουσες από το εν λόγω άρθρο 6 εγγυήσεις. Η παράλειψη της Ελληνικής Δημοκρατίας να μου εξασφαλίσει την πρόσβαση σε Δικαστήριο ή σε δικαστικό Συμβούλιο καθώς και διά της Διατάξεως των κ. Εισαγγελέων να αποφανθούν επί των ανωτέρω αιτημάτων μου συνιστά αναμφισβήτητα παράβαση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο και έλλειψη ακροάσεως κατά τα ανωτέρω, ενώ η έκδοση της προσβαλλομένης Διάταξης που απορρίπτει την υπό κρίση από 9-2-2006 έγκλησή μου παραλείποντας οιαδήποτε μνεία -θετική ή αρνητική- επί των ανωτέρω αιτημάτων μου συνιστά αρνητική υπέρβαση εξουσίας του δικαιοδοτικού οργάνου που την εξέδωσε. (βλ. την από 27.5.2004 απόφαση του ΕΔΔΑ επί της υποθέσεως Μπουλουγούρα κατά Ελλάδας). Ζητώ να υποχρεωθεί η Ελληνική Δημοκρατία όπως μου καταβάλει εύλογη κατά την κρίση του Δικαστηρίου χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχω υποστεί εκ των εις βάρος μου παραβάσεων των διατάξεων της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

VI - AUTRES INSTANCES INTERNATIONALES TRAITANT OU AYANT TRAITÉ
L’ AFFAIRE
STATEMENT CONCERNING OTHER INTERNATIONAL PROCEEDINGS
ΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΑΛΛΕΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ
(Voir chapitre VΙ de la note explicative)
(See Part VΙ of the Explanatory Note)
(Βλ. κεφάλαιο VΙ του επεξηγηματικού δελτίου)

20. Avez-vous soumis à une autre instance internationale d’ enquete ou de reglement les griefs enonces
dans la presente requete ? Si oui, fournir des indications detaillees a ce sujet.
Have you submitted the above complaints to any other procedure of international investigation or
settlement? If so, give full details
Έχετε υποβάλει τα ανωτέρω παράπονά σας σε άλλη διεθνή διαδικασία διερεύνησης ή συμβιβασμού;
Εάν ναι, δώστε πλήρεις εξηγήσεις για το θέμα αυτό.
Δεν έχω προσφύγει σε άλλη διεθνή διαδικασία
A reportage of Elissavet Filippouli in Al Jazeera on the Phone Tapping Scandal in Greece in:

http://www.youtube.com/watch?v=x3RxArAdHt4

http://www.youtube.com/watch?v=taPW0ssVWQA&NR=1

http://www.youtube.com/watch?v=CFEBNy243mk&NR=1